Στον τρόπο με τον οποίο οι δημόσιες επενδύσεις, τα συγχρηματοδοτούμενα προγράμματα και τα έργα Σύμπραξης Δημόσιου και Ιδιωτικού Τομέα (ΣΔΙΤ) μπορούν να λειτουργήσουν ως μοχλοί ανάπτυξης και δημιουργίας μακροπρόθεσμης αξίας για την οικονομία και την κοινωνία, συζητήθηκε σε ειδικό πάνελ του «Capital Link Sustainability Forum», που πραγματοποιήθηκε για 16η συνεχή χρονιά στην Αθήνα. Οι συμμετέχοντες ανέδειξαν τη σημασία της αποτελεσματικής αξιοποίησης των διαθέσιμων χρηματοδοτικών εργαλείων και της στρατηγικής κατεύθυνσης των πόρων προς έργα που ενισχύουν τη βιωσιμότητα, την ανταγωνιστικότητα και την κοινωνική συνοχή. Παράλληλα, η συζήτηση επικεντρώθηκε στις προκλήσεις αλλά και στις σημαντικές ευκαιρίες που προκύπτουν από τη συνετή διαχείριση δημόσιων πόρων, καθώς και στην ανάγκη ενίσχυσης των συνεργειών μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, με στόχο τη μεγιστοποίηση του αναπτυξιακού και κοινωνικού αποτυπώματος των επενδύσεων.
Ο κ. Βασίλειος Οικονομίδης, Managing Partner – VDI Law Firm δήλωσε: «Στη σημερινή συζήτηση με θέμα “Από την Ανάπτυξη στη Βιωσιμότητα: Ο Ρόλος της Οικονομικής Πολιτικής”, στην οποία συμμετείχαν ο Αναπληρωτής Υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, καθώς και διακεκριμένα στελέχη από τον τραπεζικό, επενδυτικό και συμβουλευτικό τομέα, έγινε ξεκάθαρο ότι η ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας πρέπει πλέον να συνδέεται άμεσα με τη βιωσιμότητα και τη δημιουργία ενός πιο ανθεκτικού και σύγχρονου παραγωγικού μοντέλου. Κατά τη διάρκεια του πάνελ, συζητήσαμε τις προκλήσεις που φέρνουν οι γεωπολιτικές εξελίξεις, η ενεργειακή αβεβαιότητα και οι αυξημένες ευρωπαϊκές απαιτήσεις. Παράλληλα, αναδείχθηκε η ανάγκη για ένα σταθερό θεσμικό και χρηματοδοτικό περιβάλλον που θα ενισχύει τις επενδύσεις και θα επιταχύνει τη βιώσιμη ανάπτυξη.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην πράσινη μετάβαση, την καινοτομία, την εξωστρέφεια και τη στήριξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, καθώς και στη σημασία της προσαρμογής στα ευρωπαϊκά πρότυπα βιωσιμότητας, που ενισχύουν την αξιοπιστία και την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών επιχειρήσεων.
Το βασικό συμπέρασμα της συζήτησης ήταν ότι η βιώσιμη ανάπτυξη μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσα από συνεργασία μεταξύ κράτους, χρηματοδοτικών φορέων και ιδιωτικού τομέα, με κοινή στρατηγική και μακροπρόθεσμο σχεδιασμό.»
O κ. Νίκος Παπαθανάσης, Αναπληρωτής Υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών – Ελληνική Δημοκρατία δήλωσε: «Ένα βασικό χαρακτηριστικό που απαιτείται για τη βιωσιμότητα, και δεν υπήρχε παλαιότερα, είναι ένα σταθερό πολιτικό σύστημα το οποίο δεν επηρεάζεται τόσο από τις γεωπολιτικές αναταράξεις.Η Ελλάδα μπορεί να αισθάνεται σίγουρη και να κάνει σχέδια για την επόμενη μέρα, με τις θέσεις της να εισακούγονται πλέον από την Ευρώπη.Είναι μάλιστα θωρακισμένη και για την επόμενη μέρα, μετά το ταμείο ανάκαμψης. Πετύχαμε την πλήρη εξάντληση των πόρων του δανειακού σκέλους, η μόνη χώρα της Ευρώπης που κατάφερε κάτι τέτοιο. Έχουμε στη διάθεσή μας δυνατά χρηματοδοτικά εργαλεία, χάρη στο εθνικό πρόγραμμα ανάπτυξης 2026 – 2030, με 22 δις από εθνικούς πόρους, και τη νέα προγραμματική περίοδο 2028 – 2034 σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ενόψει μάλιστα και της ελληνικής προεδρίας του Συμβουλίου της ΕΕ.Η ανάπτυξη της οικονομίας προϋποθέτει εμπιστοσύνη, και εμπιστοσύνη σημαίνει τήρηση των κανόνων, ιδίως των δημοσιονομικών κανόνων.Η Ελλάδα επί οικονομικής κρίσης έχασε το 25% του ΑΕΠ και η ανεργία ξεπέρασε το 30%, είναι σημαντικό λοιπόν να έχουμε υπόψιν τα μαθήματα αυτής της δύσκολης περιόδου, δημιουργώντας παράλληλα ένα φιλο-επενδυτικό περιβάλλον.
Η κα. Ισμήνη Παπακυρίλλου, Διευθύνουσα Σύμβουλος – Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα ανέδειξε τον ρόλο της ΕΑΤ ως θεσμικού μοχλού σταθερότητας, ανθεκτικότητας και παραγωγικού μετασχηματισμού της ελληνικής οικονομίας.Τόνισε ότι, σε ένα περιβάλλον αυξημένων γεωπολιτικών και οικονομικών προκλήσεων, η πρόσβαση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων σε χρηματοδότηση αποτελεί προϋπόθεση για τη βιώσιμη ανάπτυξη. Από το 2019 έως σήμερα, η ΕΑΤ έχει στηρίξει ουσιαστικά την πραγματική οικονομία, με 86.875 νέα δάνεια, €15,15 δισ. εγκεκριμένες χρηματοδοτήσεις και συνολική μόχλευση €18,98 δισ., ενώ η συμβολή της αποτυπώνεται σε σημαντική επίδραση στο ΑΕΠ, στην απασχόληση, στα δημόσια έσοδα και στο εισόδημα των εργαζομένων.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στο κοινωνικό και περιφερειακό αποτύπωμα της EAT, καθώς η πλειονότητα των ωφελούμενων επιχειρήσεων είναι πολύ μικρές και μικρές επιχειρήσεις, επιβεβαιώνοντας τον αναπτυξιακό ρόλο της ΕΑΤ στη στήριξη της ελληνικής επιχειρηματικότητας.
Παράλληλα, υπογράμμισε ότι μέσω σύγχρονων χρηματοδοτικών και μη χρηματοδοτικών εργαλείων, όπως το ΤΕΠΙΧ ΙΙΙ, το Ταμείο Εγγυοδοσίας Καινοτομίας, το Ταμείο Μικροπιστώσεων, καθώς και τις πλατφόρμες ESG Tracker, InnoAgora και HDB Academy, η ΕΑΤ στηρίζει την πράσινη μετάβαση, την ενεργειακή αναβάθμιση, την καινοτομία, την εξωστρέφεια και την ανταγωνιστικότητα, εξελισσόμενη σε ολοκληρωμένο αναπτυξιακό εταίρο για τις ελληνικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
O Δρ. Μαρίνος Γιαννόπουλος, CEO – Enterprise Greece δήλωσε: «Η βιωσιμότητα δεν μπορεί να είναι μια παράλληλη ή συμπληρωματική πολιτική, αλλά βασικό στοιχείο ανταγωνιστικότητας που αξιολογείται από τους επενδυτές. Το οικονομικό περιβάλλον στην Ελλάδα είναι πολύ καλύτερο πλέον, κοιτώντας την επόμενη μέρα με γνώμονα την ανθεκτικότητα ώστε να μπορέσουν να ανταπεξέλθουν οι εταιρείες. Οι επενδυτές αξιολογούν αν τα επόμενα πέντε ή δέκα χρόνια θα βρουν υποδομές, σταθερότητα και ένα συγκεκριμένο φορολογικό περιβάλλον.
Η Enterprise Greece δεν είναι πια ένας επικοινωνιακός οργανισμός, αλλά ένας facilitator και σύμβουλος που συνοδεύει τους ξένους επενδυτές που ενδιαφέρονται για την Ελλάδα. Θέλουμε να προβάλουμε τις ευκαιρίες που υπάρχουν στην Ελλάδα και να αναδείξουμε τα στρατηγικά πλεονεκτήματα που προσφέρει.
Ο κ. Γιώργος Τσόπελας, Chairman – McKinsey & Company Greece & Cyprus δήλωσε: «Η παραδοσιακή αντίληψη, που συνέδεε την πρόοδο με την αύξηση του ΑΕΠ είναι πλέον ανεπαρκής. Η ανάπτυξη πρέπει να είναι στην ουσία της βιώσιμη. Όπως επισημαίνει και ο ορισμός του ΟΗΕ για τη βιώσιμη ανάπτυξη, στόχος είναι η κάλυψη των αναγκών του παρόντος χωρίς να υπονομεύονται οι δυνατότητες των μελλοντικών γενεών. Η βιωσιμότητα δεν αποτελεί περιορισμό της ανάπτυξης· αντίθετα, αποτελεί τη βασική προϋπόθεση για να μπορεί η ανάπτυξη να διατηρηθεί μακροπρόθεσμα και να δημιουργεί διαρκή ευημερία
Το νέο αυτό μοντέλο βασίζεται σε τρεις πυλώνες: οικονομική, περιβαλλοντική και κοινωνική βιωσιμότητα. Η οικονομική διάσταση αφορά την παραγωγικότητα, την καινοτομία και τις ποιοτικές θέσεις εργασίας. Η περιβαλλοντική επικεντρώνεται στην προστασία των φυσικών πόρων και στη μείωση των εκπομπών, ενώ η κοινωνική συνδέεται με την ισότητα ευκαιριών, την πρόσβαση σε υγεία και εκπαίδευση και τη συνολική ποιότητα ζωής.
Η μετάβαση σε ένα μοντέλο βιώσιμης ανάπτυξης απαιτεί βαθιές αλλαγές στην οικονομική πολιτική και στις επενδυτικές προτεραιότητες μιας χώρας. Προϋπόθεση για διατηρήσιμη ανάπτυξη είναι πρώτα απ’ όλα η μακροοικονομική σταθερότητα, με υγιή δημόσια οικονομικά, βιώσιμο χρέος και ένα σταθερό φορολογικό περιβάλλον που ενισχύει την επενδυτική εμπιστοσύνη.
Κεντρικό ρόλο παίζει επίσης η στροφή των επενδύσεων προς τομείς υψηλής προστιθέμενης αξίας, όπως η βιομηχανία, η τεχνολογία, η ενέργεια, τα logistics και η καινοτομία, μέσα από κίνητρα, ταχύτερες αδειοδοτήσεις και στοχευμένες δημόσιες παρεμβάσεις.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στο ανθρώπινο κεφάλαιο, με μεταρρυθμίσεις στην εκπαίδευση, δια βίου μάθηση και αναβάθμιση δεξιοτήτων ώστε οι εργαζόμενοι να ανταποκρίνονται στις ανάγκες της σύγχρονης οικονομίας.
Παράλληλα, κρίσιμοι θεωρούνται οι ισχυροί θεσμοί, η ταχύτερη απονομή δικαιοσύνης, η μείωση της γραφειοκρατίας και ένα υγιές χρηματοπιστωτικό σύστημα που στηρίζει την πραγματική οικονομία και ιδιαίτερα τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.»
Για την Ελλάδα, το στοίχημα είναι ακόμη μεγαλύτερο, καθώς επί δεκαετίες η ανάπτυξη βασίστηκε κυρίως στην κατανάλωση και στην αγορά των ακινήτων. Σήμερα, το ζητούμενο δεν είναι απλώς περισσότερη ανάπτυξη, αλλά ανάπτυξη με διάρκεια, ανθεκτικότητα και ευρύτερο κοινωνικό όφελος.
Ο κ. Γιώργος Χριστόπουλος, Γενικός Διευθυντής – ΣΕΒ σύνδεσμος επιχειρήσεων και βιομηχανιών δήλωσε: «Ακούμε συχνά ότι η βιωσιμότητα και η ανταγωνιστικότητα μπορούν να πηγαίνουν χέρι-χέρι, όμως αυτό έχει αποδειχθεί μια δύσκολη εξίσωση. Διότι βλέπουμε ότι η Ευρώπη βρίσκεται στην πρώτη γραμμή ως προς τους στόχους της βιώσιμης ανάπτυξης, αλλά με κόστος για την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας της. Αυτό δεν σημαίνει, φυσικά, ότι η πράσινη μετάβαση δεν μπορεί να πετύχει. Για να πετύχει, όμως, απαιτεί μια ρεαλιστική και ισορροπημένη προσέγγιση, λαμβάνοντας υπόψη τις πραγματικές συνθήκες της οικονομίας. Η Ευρωπαϊκή Ένωση φαίνεται πως το συνειδητοποιεί αυτό και έχει προχωρήσει το τελευταίο διάστημα σε πρωτοβουλίες για την ενίσχυση της παραγωγικότητας και της αυτονομίας της ευρωπαϊκής οικονομίας, στο πλαίσιο πάντα του ευρύτερου στόχου της μετάβασης σε ένα πιο βιώσιμο μοντέλο.
Η βιωσιμότητα μπορεί να αποτελέσει ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, αν αποτελέσει το όχημα για να αντιμετωπίσουμε μια σειρά από προκλήσεις. Η βασικότερη εξ αυτών, αυτή τη στιγμή, αφορά την ενεργειακή ανταγωνιστικότητα, η οποία αποτελεί, σε όλη την Ευρώπη και ιδιαίτερα στην Ελλάδα, βασικό εμπόδιο για την ανάπτυξη.
Η σημαντική αύξηση της παραγωγής από ΑΠΕ που έχει επιτευχθεί τα τελευταία χρόνια οφείλει να συνοδευτεί από αντίστοιχα μεγάλης κλίμακας επενδύσεις σε αποθήκευση, δίκτυα και διασυνδέσεις. Πέρα όμως από το κόστος της ενέργειας, η πράσινη μετάβαση συνδέεται πλέον άμεσα και με ζητήματα βιομηχανικής πολιτικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής πράσινων τεχνολογιών, καθώς και η διασφάλιση κρίσιμων πρώτων υλών, θα αποτελέσουν κεντρικούς παράγοντες όχι μόνο για την αύξηση της ανταγωνιστικότητας, αλλά και για την ενίσχυση της ανθεκτικότητας της ευρωπαϊκής και ελληνικής οικονομίας.
Αν αυτοί οι όροι ακούγονταν πριν από κάποια χρόνια θεωρητικοί, οι πολυεπίπεδες κρίσεις των τελευταίων ετών έχουν αναδείξει πέραν πάσης αμφισβήτησης την κρισιμότητά τους. Σε αυτό το περιβάλλον πρωτόγνωρης αβεβαιότητας, η πράσινη μετάβαση δεν μπορεί να προσεγγίζεται ως σκοπός, αλλά ως μοχλός αύξησης της παραγωγικότητας και, κατά συνέπεια, ως καταλύτης ενίσχυσης της κοινωνικής ευημερίας.
Σε ειδική ενότητα, ο Nicholas M. Logothetis, Executive Vice Chairman – Libra Group ανέφερε μεταξύ άλλων:
«Το γεωπολιτικό περιβάλλον γίνεται ολοένα και πιο σύνθετο, με τη ναυτιλία και την ενεργειακή ασφάλεια να βρίσκονται πλέον στο επίκεντρο της παγκόσμιας σταθερότητας.
Οι πρόσφατες εξελίξεις στα Στενά του Ορμούζ κατέδειξαν για ακόμη μία φορά πόσο ευάλωτα παραμένουν το παγκόσμιο εμπόριο και οι αλυσίδες εφοδιασμού ενέργειας. Η Ευρώπη είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένη σε εξωτερικούς ενεργειακούς κραδασμούς, γεγονός που ενισχύει την ανάγκη για διαφοροποίηση των πηγών ενέργειας και επενδύσεις στις ανανεώσιμες πηγές.
Ζούμε σε μια περίπλοκη περίοδο εδώ και αρκετό καιρό. Αυτό που γίνεται πλέον σαφές είναι ότι το 90% του παγκόσμιου εμπορίου μεταφέρεται διά θαλάσσης μέσω εμπορευματοκιβωτίων. Δεν υπήρξε ποτέ άλλη εποχή κατά την οποία η παγκόσμια ναυτιλία ήταν τόσο σημαντική και τόσο απαραίτητη όσο σήμερα.
Όσον αφορά τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, όλοι οι Αμερικανοί πρόεδροι και οι περισσότεροι άνθρωποι στον κόσμο θεωρούν ότι το Ιράν δεν πρέπει να αποκτήσει πυρηνικά όπλα. Ωστόσο, η αλλαγή καθεστώτος αποδεικνύεται πολύ πιο δύσκολη υπόθεση.
Κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει πώς θα τελειώσει αυτή η σύγκρουση. Τα Στενά του Ορμούζ λειτουργούν ουσιαστικά ως το «οικονομικό πυρηνικό όπλο» του Ιράν, καθώς έχει τη δυνατότητα να τα κλείσει ή να τα ανοίξει οποιαδήποτε στιγμή.
Εάν η κατάσταση δεν εξομαλυνθεί σύντομα, ενδέχεται να προκύψουν ελλείψεις σε καύσιμα αεροσκαφών στην Ευρώπη και την Ασία, με αποτέλεσμα οι αεροπορικές εταιρείες να περιορίσουν τις πτήσεις τους και να υπάρξουν ευρύτερες επιπτώσεις στην οικονομία και στο εμπόριο. Υπάρχει πραγματικός φόβος ότι αγαθά και προϊόντα δεν θα μπορούν να φτάσουν έγκαιρα στους προορισμούς τους.
Στον ενεργειακό τομέα, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας πιθανότατα θα γνωρίσουν νέα ώθηση στην Ευρώπη και εμείς επενδύουμε σε αυτόν τον κλάδο σε ολόκληρη την ήπειρο. Οι Ηνωμένες Πολιτείες ίσως είναι περισσότερο προστατευμένες από μια ενεργειακή κρίση λόγω της υψηλής εγχώριας παραγωγής τους, όμως αυτό δεν ισχύει για την Ευρώπη. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα εξελίσσεται σε στρατηγικό εταίρο της Δύσης και καταγράφει ισχυρή οικονομική ανάπτυξη, χάρη στη γεωγραφική της θέση και στη σταθερότητα της κυβέρνησής της.