Παρά τη βελτίωση των βασικών μακροοικονομικών δεικτών και τη μείωση του δείκτη εισοδηματικής ανισότητας Gini από 0,316 το 2015 σε 0,292 το 2025, η αίσθηση κοινωνικής ανισότητας παραμένει ιδιαίτερα έντονη στην Ελλάδα. Σύμφωνα με μελέτη του ΙΟΒΕ, σχεδόν το 35% των πολιτών δηλώνει ότι αισθάνεται υποκειμενικά φτωχό, ενώ το 81% θεωρεί ότι οι εισοδηματικές διαφορές στη χώρα είναι υπερβολικά μεγάλες. Το εύρημα αυτό αναδεικνύει το χάσμα ανάμεσα στους παραδοσιακούς στατιστικούς δείκτες και στην καθημερινή εμπειρία και αντίληψη των πολιτών για την οικονομική και όχι μόνο κατάστασή τους. Η μελέτη εξετάζει έξι διαφορετικές διαστάσεις της ανισότητας – το εισόδημα, την εργασία, την εκπαίδευση, την υγεία, τη μακροχρόνια φροντίδα και τη στέγαση – καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι η πραγματική εικόνα είναι πολύ πιο σύνθετη από ό,τι αποτυπώνει ένας μόνο δείκτης.
Μετά τα χρόνια της κρίσης του δημόσιου χρέους, η οικονομική ανάπτυξη συνοδεύτηκε από μια οριακή μείωση του συντελεστή Gini, καθιερωμένου δείκτη μέτρησης εισοδηματικής ανισότητας, αλλά οι αντιλήψεις δείχνουν το αντίθετο: σχεδόν 7 στα 10 νοικοκυριά αναφέρουν ότι δυσκολεύονται να τα βγάλουν πέρα, ενώ οι Έλληνες θεωρούν ότι η ανισότητα είναι πολύ πιο έντονη από τον μέσο όρο της ΕΕ
Αυτό το χάσμα μεταξύ των συνολικών στατιστικών στοιχείων και των αντιλήψεων αποτελεί το σημείο εκκίνησης για το ερευνητικό ερώτημα: Τι μαθαίνουμε όταν κοιτάζουμε πέρα από τον δείκτη Gini;
• Κατά τη διάρκεια της κρίσης, η σχετική φτώχεια αυξήθηκε ελάχιστα, ωστόσο σχεδόν διπλασιάστηκε όταν το κατώτατο όριο καθορίστηκε στα προ της κρίσης επίπεδα (Matsaganis & Leventi, 2014)
• Η σχετική σταθερότητα του δείκτη Gini κατά τη διάρκεια της κρίσης οφειλόταν στο γεγονός ότι όλοι έγιναν φτωχότεροι μαζί, και όχι στο ότι τα χαμηλά εισοδήματα συγκλίνουν προς τα πάνω (Danchev et al., 2024)
• Οι εργαζόμενοι που εισέρχονται στην αγορά εργασίας κατά τη διάρκεια της κρίσης παρουσιάζουν σταθερά χαμηλότερα εισοδήματα (Adamopoulou et 2026)
al.,
• Διεθνή στοιχεία: τα κέρδη κατά τις φάσεις ανάπτυξης τείνουν να
συγκεντρώνονται στην κορυφή, δημιουργώντας ανισότητες που οι βασικοί δείκτες υποτιμούν (Piketty, Saez & Zucman, 2018; Acemoglu et al., 2019)
• Αυτό αποτελεί κίνητρο για την εξέταση της ανισότητας σε έξι αλληλένδετους τομείς, όπου η πρόσβαση σε βασικά αγαθά και υπηρεσίες διαμορφώνει τα αποτελέσματα πέρα από το εισόδημα
Τα συμπεράσματα της μελέτης
Η ανάλυση της εισοδηματικής ανισότητας στην Ελλάδα την περίοδο 2015-2025 αναδεικνύει μια εικόνα που δεν αναλύεται επαρκώς μέσω του συνολικού δείκτη Gini. Αν και ο δείκτης καταγράφει καθοδική τάση, η Ελλάδα παραμένει σταθερά στις χαμηλότερες θέσεις της ευρωπαϊκής κατάταξης ισότητας, ενώ σχεδόν το 70% των νοικοκυριών δηλώνει ότι τα βγάζει πέρα με δυσκολία, ποσοστό που αποκλίνει σημαντικά από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Η απόσταση αυτή μεταξύ στατιστικής βελτίωσης και αντιλήψεων δεν αποτελεί αντίφαση αλλά σύμπτωμα δομικών χαρακτηριστικών της ανισότητας που η δεκαετία της ανάκαμψης δεν κατάφερε να αντιστρέψει.
Μέρος της εξήγησης αποτελεί το εύρημα της ανάλυσης πως η ανάκαμψη μετά το 2017 υπήρξε σχετικά ασύμμετρη. Τα εργαζόμενα νοικοκυριά εισήλθαν σε τροχιά εισοδηματικής ανόδου, ενώ εκείνα που εξαρτώνται από κοινωνικές μεταβιβάσεις παρέμειναν ουσιαστικά στάσιμα, με αποτέλεσμα η εισοδηματική ψαλίδα μεταξύ εργαζόμενων και άνεργων νοικοκυριών να διευρυνθεί ακόμη και σε περίοδο γενικότερης οικονομικής βελτίωσης. Το εισόδημα από αυτοαπασχόληση παρουσιάζει διαχρονικά τον υψηλότερο δείκτη Gini μεταξύ των πηγών εισοδήματος, ενώ η ομάδα 16-24 ετών καταγράφει σταθερά τους υψηλότερους δείκτες κινδύνου φτώχειας χωρίς ίχνος σύγκλισης προς τις άλλες ηλικιακές κατηγορίες, υποδηλώνοντας ότι η υψηλή νεανική ανεργία και η επικράτηση επισφαλών συμβάσεων συνιστούν δομικό και όχι συγκυριακό χαρακτηριστικό. Παράλληλα, το μέσο έμφυλο εισοδηματικό χάσμα παραμένει σχετικά σταθερό καθ’ όλη την περίοδο, αντανακλώντας διαφορές στη σύνθεση απασχόλησης και στον τύπο εισοδήματος μεταξύ ανδρών και γυναικών που δεν αντιμετωπίζονται από τη γενικότερη βελτίωση των συνθηκών αγοράς εργασίας. Η ανισότητα
εισοδήματος εμφανίζει επίσης σαφή γεωγραφική διακύμανση. Η απόκλιση μεταξύ Αττικής και Κρήτης, και περιφερειών όπως η Θεσσαλία και η Πελοπόννησος, που υστερούν κατά 18 μονάδες, αντανακλά βαθύτερες διαφορές στη συγκέντρωση οικονομικής δραστηριότητας και στην ποιότητα των θέσεων εργασίας. Αξιοσημείωτο είναι ότι η Αττική, η περιφέρεια με το υψηλότερο εισόδημα, συνδυάζει παράλληλα έναν από τους υψηλότερους μέσους δείκτες Gini. Αντίθετα, περιφέρειες με χαμηλότερη εσωτερική ανισότητα δεν ευημερούν, καθώς η πιο ομοιόμορφη κατανομή αντανακλά ένα χαμηλό εισοδηματικό επίπεδο.
Τέλος, το σύστημα κοινωνικής προστασίας, αν και δομημένο με αναδιανεμητική λογική, εμφανίζει δύο βασικές αδυναμίες. Πρώτον, βασίζεται η επίδραση των επιδομάτων παραμένει από τις χαμηλότερες στην Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δεύτερον, οι πόροι του είναι περιορισμένοι σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο, με αποτέλεσμα να αδυνατεί να συμβαδίσει με τον ρυθμό εισοδηματικής ανόδου των εργαζόμενων νοικοκυριών, αφήνοντας χωρίς ουσιαστική ανέλιξη όσους εξαρτώνται από κοινωνικές μεταβιβάσεις. Τα ευρήματα της ενότητας υποδηλώνουν ότι η αντιμετώπιση της εισοδηματικής ανισότητας προϋποθέτει παρεμβάσεις σε τρία επίπεδα: αναβάθμιση της θεσμικής προστασίας για επισφαλείς μορφές εργασίας πέραν της τυπικής μισθωτής, ενίσχυση των επιδομάτων ως αυτόνομου αναδιανεμητικού εργαλείου ανεξάρτητα από το συνταξιοδοτικό σύστημα, και στοχευμένες πολιτικές σύγκλισης σε περιφερειακό
επίπεδο που δεν θα εξαντλούνται στην ισόρροπη κατανομή χαμηλών εισοδημάτων αλλά θα ενισχύουν την παραγωγική βάση των περιφερειακών οικονομιών.
