Οι τεχνολογικές καινοτομίες συχνά μεταφέρονται στον ιδιωτικό τομέα
Οι αυξημένες αμυντικές επενδύσεις θα μπορούσαν να ενισχύσουν το δυνητικό ΑΕΠ της Ευρώπης και να αυξήσουν βραχυχρόνια τον ρυθμό οικονομικής ανάπτυξης κατά περίπου 0,5 έως 0,7 ποσοστιαίες μονάδες, εκτιμά σε ανάλυσή της Citi , αναμένοντας πως οι θετικές οικονομικές επιπτώσεις θα γίνουν ιδιαίτερα αισθητές από το 2027–2028 και μετά. Η αποτελεσματικότητα αυτής της προσπάθειας θα εξαρτηθεί όμως και από άλλες μεταρρυθμίσεις, όπως: η μείωση του κατακερματισμού της ευρωπαϊκής αμυντικής αγοράς, η εναρμόνιση των στρατιωτικών εξοπλισμών, και η μεγαλύτερη προτίμηση σε ευρωπαϊκής κατασκευής αμυντικά προϊόντα. Οι αλλαγές αυτές θα μπορούσαν να δημιουργήσουν μια μεγαλύτερη, τεχνολογικά πιο προηγμένη και περισσότερο ανταγωνιστική ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία, με σημαντικά οφέλη και για άλλους κλάδους της οικονομίας. Οι τεχνολογικές καινοτομίες που προκύπτουν από μεγάλα στρατιωτικά προγράμματα συχνά μεταφέρονται στη συνέχεια στον ιδιωτικό τομέα, ενισχύοντας: την παραγωγικότητα, την καινοτομία, την ανταγωνιστικότητα, και τη μακροπρόθεσμη οικονομική ανάπτυξη.
Οι ΗΠΑ
Για την Citi, η κυβέρνηση Τραμπ δεν αξιολογεί διαφορετικά το περιβάλλον των απειλών που αντιμετωπίζουν οι Ηνωμένες Πολιτείες σε σχέση με την κυβέρνηση Μπάιντεν. Η Ρωσία, η Κίνα, το Ιράν, η Βόρεια Κορέα και οι τρομοκρατικές οργανώσεις εξακολουθούν να αποτελούν τις κύριες στρατηγικές απειλές. Η βασική διαφορά αφορά τον τρόπο αντιμετώπισής τους, καθώς απομακρύνεται από τον πρωταγωνιστικό ρόλο των ΗΠΑ στην ευρωπαϊκή ασφάλεια και μετατοπίζει το βάρος στον Ινδο-Ειρηνικό και στην ισχυρότερη προστασία της ίδιας της αμερικανικής επικράτειας. Η μεταβολή αυτή οδήγησε στις νέες δεσμεύσεις των χωρών του ΝΑΤΟ για υψηλότερες αμυντικές δαπάνες στο 5% του ΑΕΠ , ενώ παράλληλα επηρεάζει και τον αμερικανικό προϋπολογισμό. Ο νέος Λευκός Οίκος επιδιώκει να κατευθύνει μεγαλύτερο μέρος των πόρων στην προμήθεια οπλικών συστημάτων, ώστε οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις να είναι καλύτερα προετοιμασμένες για μελλοντικές συγκρούσεις, βελτιώνοντας τις επιχειρησιακές δυνατότητες μάχης.Σύμφωνα με την Citi το νέο μοντέλο εξοπλισμών των ΗΠΑ έχει δύο άκρα: στο ένα άκρο βρίσκονται τα χαμηλού κόστους, αναλώσιμα, μη επανδρωμένα συστήματα μαζικής παραγωγής, ενώ στο άλλο άκρο τα υψηλής τεχνολογίας, ιδιαίτερα εξελιγμένα οπλικά συστήματα, όπως μαχητικά νέας γενιάς, στρατηγικά βομβαρδιστικά και προηγμένα πυραυλικά συστήματα.
Τα διδάγματα των πρόσφατων πολέμων
Ο πόλεμος στην Ουκρανία απέδειξε τη μεγάλη αξία των χαμηλού κόστους μη επανδρωμένων συστημάτων. Αντίθετα, η πρόσφατη σύγκρουση με το Ιράν ανέδειξε την αποτελεσματικότητα προηγμένων οπλικών συστημάτων όπως: το μαχητικό F-35, και το στρατηγικό βομβαρδιστικό B-2 Spirit. Κατά την Citi, και οι δύο αυτές κατηγορίες εξοπλισμού θα αποτελέσουν βασικούς αποδέκτες νέων επενδύσεων κατά τα επόμενα χρόνια. Ιδιαίτερα μεγάλη έμφαση αναμένεται να δοθεί: στα συστήματα αντιμετώπισης μη επανδρωμένων αεροσκαφών (Counter-UAS), στα αυτόνομα οπλικά συστήματα, και στις τεχνολογίες που θα επιτρέψουν στις αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις να αποτρέψουν ή να αντιμετωπίσουν μελλοντικές συγκρούσεις με μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα.
Ο αντίλογος
Από την άλλη πλευρά, μία ομάδα αναλυτών σημειώνει πως σε μια εποχή που μαστίζεται από συγκρούσεις, όπου οι ΗΠΑ αναδιαμορφώνουν το ρόλο τους, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις έχουν πειστικούς λόγους να αυξήσουν τις αμυντικές δαπάνες, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι οι επενδύσεις στην άμυνα είναι η βέλτιστη οδός για την ανάπτυξης ειδικά εάν εκτοπίσουν παραγωγικές επενδύσεις. Οι ηγέτες του ΝΑΤΟ συμφώνησαν να αυξήσουν τις αμυντικές δαπάνες στο 5% του ΑΕΠ έως το 2035, αλλά ο μέσος όρος πέρυσι ήταν ακόμα πολύ κάτω από το 3%.
Δεδομένου ότι η ζώνη του ευρώ και η Βρετανία αντιμετωπίζουν εδώ και καιρό ισχνή ανάπτυξη, καταγράφοντας μέσους ρυθμούς αύξησης του ΑΕΠ που δεν υπερβαίνουν το 1% την τελευταία δεκαετία, σε σύγκριση με σχεδόν 2,5% στις ΗΠΑ, ορισμένοι υποστηρίζουν ότι οι στρατιωτικές δαπάνες θα μπορούσαν να είναι το κλειδί για την έξοδο της περιοχής από αυτό το τέλμα. Η αποτελεσματική τόνωση της ανάπτυξης απαιτεί επενδύσεις σε τομείς που προσφέρουν έναν θετικό πολλαπλασιαστή ανάπτυξης – που σημαίνει ότι κάθε λίρα, δολάριο ή ευρώ που δαπανάται προσθέτει περισσότερα από αυτό στην οικονομία. Ωστόσο, σύμφωνα με τους οικονομολόγους του ΟΟΣΑ, ο οικονομικός πολλαπλασιαστής είναι συνήθως μέτριος στο 0,6 έως 1,0, ενώ με την πάροδο του χρόνου, ο ανταγωνισμός για τους πόρους από τις στρατιωτικές δαπάνες μπορεί να αυξήσει τις τιμές και να απομακρύνει κεφάλαια από άλλες πιο αποτελεσματικές χρήσεις. Τα Μοντέλα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, κινούνται παράλληλα με αυτών του ΟΟΣΑ, υποδηλώνοντας ότι ο πολλαπλασιαστής ανάπτυξης για τις αμυντικές επενδύσεις στην ευρωζώνη κινούνται στο 0,93 σε διάστημα δύο ετών. Από την άλλη πλευρά, πολλά ευρωπαϊκά κράτη πρέπει να αγοράσουν από άλλες χώρες το μεγαλύτερο μέρος του αμυντικού τους εξοπλισμού. Π.χ. όπως ανέφερε το ΔΝΤ, από την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, η Πολωνία αύξησε τις αμυντικές δαπάνες από 2,2% του ΑΕΠ στο 4,5% πέρυσι, αλλά ο ευρύτερος οικονομικός αντίκτυπος «ήταν μέτριος» επειδή οι δαπάνες ήταν «έντονα εισαγωγικές».
