Τι δείχνουν τα στοιχεία του πρώτου τριμήνου

Σημαντική υποχώρηση του δημόσιου χρέους της Ελλάδας, τόσο ως ποσοστό του ΑΕΠ όσο και σε απόλυτους αριθμούς, αποτυπώνουν τα επίσημα στοιχεία της Eurostat για το πρώτο τρίμηνο του 2026. Οπως αναφέρει και το ΑΠΕ-ΜΠΕ, σύμφωνα με την ευρωπαϊκή στατιστική υπηρεσία, ο λόγος του χρέους προς το ΑΕΠ διαμορφώθηκε στο 143,5%, καταγράφοντας ετήσια μείωση 9,4 ποσοστιαίων μονάδων σε σύγκριση με το πρώτο τρίμηνο του 2025. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη ποσοστιαία υποχώρηση μεταξύ των 27 κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη συγκεκριμένη περίοδο. Παράλληλα, σε σύγκριση με το υψηλό επίπεδο του 212,9% που είχε καταγραφεί στο πρώτο τρίμηνο του 2021 κατά τη διάρκεια της πανδημίας, ο δείκτης χρέους/ΑΕΠ έχει υποχωρήσει συνολικά κατά 69,4 μονάδες, καταγράφοντας μία από τις ταχύτερες δημοσιονομικές προσαρμογές στην περιοχή του ΟΟΣΑ.

Η βελτίωση του δείκτη συνδυάζεται και με μείωση του ονομαστικού μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα, το δημόσιο χρέος διαμορφώθηκε στα 360 δισεκατομμύρια ευρώ στο τέλος του πρώτου τριμήνου του 2026, παρουσιάζοντας μείωση άνω των 6 δισεκατομμυρίων ευρώ σε σχέση με τα 366 δισεκατομμύρια ευρώ του Μαρτίου του 2025. Παρά τη σημαντική αυτή υποχώρηση, η Ελλάδα διατηρεί το υψηλότερο ποσοστό δημόσιου χρέους στην ΕΕ, αν και η απόσταση από τη δεύτερη επιβαρυμένη οικονομία, την Ιταλία (138,9% του ΑΕΠ), έχει πλέον περιοριστεί στις 4,6 ποσοστιαίες μονάδες. Στην κατάταξη των χωρών με τα υψηλότερα επίπεδα χρέους ακολουθούν η Γαλλία με 117,6%, το Βέλγιο με 109,1% και η Ισπανία με 101,6%.

Η υποχώρηση του ελληνικού χρέους καταγράφεται σε ένα ευρωπαϊκό περιβάλλον όπου η πλειονότητα των κρατών-μελών αντιμετωπίζει αυξημένες δημοσιονομικές πιέσεις. Όπως προκύπτει από τα στοιχεία της Eurostat, σε 19 κράτη-μέλη σημειώθηκε αύξηση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ, με αποτέλεσμα ο μέσος όρος στην ΕΕ-27 να αυξηθεί κατά 1,5 ποσοστιαία μονάδα, την ώρα που η Ελλάδα συγκαταλέγεται μεταξύ των μόλις οκτώ χωρών που πέτυχαν μείωση. Σύμφωνα με αναλυτές και στελέχη του οικονομικού επιτελείου, η διαρκής μείωση του χρέους συμβάλλει στη συγκράτηση του κόστους εξυπηρέτησης του δημόσιου δανεισμού και ενισχύει την επενδυτική εικόνα της χώρας στις διεθνείς αγορές. Η εξέλιξη αυτή αποδίδεται τόσο στη δημοσιονομική πειθαρχία όσο και στη μεγέθυνση του ονομαστικού ΑΕΠ, συνδυασμός που επιταχύνει την αποκλιμάκωση των αριθμοδεικτών.

Fitch: Στο ρεκόρ των $75,8 τρισ. το δημόσιο χρέος των ανεπτυγμένων οικονομιών

Να σημειωθεί πως σύμφωνα με την Fitch Ratings, σε ιστορικά υψηλά των 75,8 τρισ. δολ. αναμένεται να βρεθεί το δημόσιο χρέος των ανεπτυγμένων οικονομιών του πλανήτη στο τέλος του 2026, καθώς οι χώρες συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν επίμονα δημοσιονομικά ελλείμματα, γεωπολιτικές εντάσεις και αυξανόμενες ανάγκες για δημόσιες δαπάνες. Ειδικότερα, θα αυξηθεί κατά 4,2 τρισ. δολ μόνο έφέτος,  φθάνοντας στο 104% του παγκόσμιου ΑΕΠ , έναντι 26 τρισ. δολαρίων ή 68% του ΑΕΠ πριν από δύο δεκαετίες. Η Fitch προβλέπει ότι οι 10 μεγαλύτερες ανεπτυγμένες οικονομίες θα συσσωρεύσουν δημόσιο χρέος ύψους 69 τρισ. δολαρίων, ποσό που αντιστοιχεί στο 114,5% του ΑΕΠ τους, γεγονός που αναδεικνύει τον καθοριστικό ρόλο των Ηνωμένων Πολιτειών και άλλων μεγάλων δανειζόμενων χωρών στη συνεχιζόμενη αύξηση του παγκόσμιου χρέους. Σύμφωνα με τις προβλέψεις της, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα καταγράψουν και φέτος το μεγαλύτερο δημοσιονομικό έλλειμμα μεταξύ των μεγάλων ανεπτυγμένων οικονομιών, στο 7,8% του ΑΕΠ, ή περίπου 2,5 τρισ. δολάρια. Ακολουθούν η Γαλλία με έλλειμμα 5% του ΑΕΠ, η Βρετανία με 4,8%, η Γερμανία με 3,7% και η Ιαπωνία με 3,1%.

Η Fitch προειδοποιεί ότι μια σειρά από διαδοχικές κρίσεις – η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, η κρίση χρέους της Ευρωζώνης, η πανδημία της COVID-19, η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και η συνεχιζόμενη σύγκρουση μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν – έχουν συμβάλει στη μακροχρόνια διόγκωση του δημόσιου χρέους. Την ίδια ώρα, οι κυβερνήσεις βρίσκονται αντιμέτωπες με ολοένα μεγαλύτερες διαρθρωτικές πιέσεις στις δαπάνες, που συνδέονται με την ενίσχυση της άμυνας, τη γήρανση του πληθυσμού, την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή και το αυξημένο κόστος εξυπηρέτησης του χρέους λόγω υψηλότερων επιτοκίων.  Παράλληλα, τα  υψηλότερα επίπεδα χρέους αυξάνουν τους κινδύνους για τις αγορές με τις  αποδόσεις των 10ετών κρατικών ομολόγων στις μεγάλες οικονομίες να βρίσκονται π.χ. περίπου 51 μονάδες βάσης υψηλότερα από τα επίπεδα πριν από την έναρξη του πολέμου στην Μέση Ανατολή.

Discover more from MarketsReport

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading