Δύο πωλητές παγωτού σχεδιάζουν να στήσουν τους πάγκους τους σε μια πολυσύχναστη παραλία. Πού καταλήγουν να σταθούν; Πλάτη με πλάτη, στο κέντρο της παραλίας. Με αυτόν τον τρόπο ο καθένας απευθύνεται στους μισούς πελάτες, χωρίς να χρειάζεται να παρακολουθεί συνεχώς τον ανταγωνιστή του. Συγκρίνετε αυτή την εικόνα με τη σημερινή πολιτική κατάσταση. Και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού, οι λαϊκιστές τόσο της Αριστεράς όσο και της Δεξιάς φαίνεται να μετακινούν την πολιτική αντιπαράθεση προς τα δύο άκρα της «παραλίας», αφήνοντας τους μετριοπαθείς ψηφοφόρους χωρίς επαρκή εκπροσώπηση.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι Δημοκρατικοί απαντούν στον λαϊκιστικό λόγο του Τραμπ με έναν δικό τους. Υποψήφιοι που προέρχονται εκτός του κομματικού κατεστημένου και εκπροσωπούν την προοδευτική πτέρυγα έχουν καταγράψει σημαντικές επιτυχίες στις πρόσφατες προκριματικές εκλογές. Το κόμμα του κατεξοχήν εκφραστή της πολιτικής του «τριγωνισμού» (triangulation), του Μπιλ Κλίντον, φαίνεται να έχει ξεχάσει τη δική του ιστορία.
Στη Γαλλία, η Μαρίν Λεπέν τελικά θα είναι υποψήφια στις προεδρικές εκλογές του 2027 και προηγείται στις δημοσκοπήσεις σε ένα πολιτικό σκηνικό που μοιάζει ακόμη πιο κατακερματισμένο από το συνηθισμένο. Στον δεύτερο γύρο ενδέχεται να εμφανιστεί ένας υποψήφιος με μοναδικό στόχο να αποτρέψει την εκλογή της («stop Le Pen»), όμως ακόμη και αυτός πιθανότατα θα βρίσκεται λιγότερο κοντά στο πολιτικό κέντρο από τον απερχόμενο Εμανουέλ Μακρόν.
Στη Γερμανία, τα παραδοσιακά κόμματα προσπαθούν επίσης να αναχαιτίσουν ένα λαϊκιστικό κόμμα, την AfD, η οποία φαίνεται έτοιμη να κερδίσει μια εκλογική αναμέτρηση σε ομόσπονδο κρατίδιο και να αποκτήσει εκπροσώπηση στο Bundesrat, την Άνω Βουλή της χώρας. Ωστόσο, ο κυβερνητικός συνασπισμός Χριστιανοδημοκρατών (CDU/CSU) και Σοσιαλδημοκρατών (SPD) είναι ιδιαίτερα αντιδημοφιλής, ενώ παράλληλα ενισχύονται τόσο οι προοδευτικοί λαϊκιστές (Πράσινοι και Η Αριστερά) όσο και η AfD.
Η Ιταλία, ίσως η πρώτη μεγάλη χώρα που εξέλεξε τα τελευταία χρόνια μια κυβέρνηση εκτός του παραδοσιακού πολιτικού κατεστημένου (την κυβέρνηση του Κινήματος Πέντε Αστέρων το 2018), διαθέτει ήδη μια λαϊκίστρια πρωθυπουργό, την Τζόρτζια Μελόνι. Μέχρι στιγμής, πάντως, έχει κυβερνήσει με πιο μετριοπαθή τρόπο απ’ ό,τι πολλοί ανέμεναν, προκαλώντας μάλιστα εσωκομματικές τριβές.
Στο μεταξύ, το Ηνωμένο Βασίλειο έχει σήμερα τον έβδομο πρωθυπουργό του μέσα σε κάτι περισσότερο από μία δεκαετία. Η κυβέρνηση του κ. Μπέρναμ φέρεται να μετακινείται πολιτικά προς τους λαϊκιστές Πράσινους, ενώ οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι ένα ακόμη πιο δημοφιλές λαϊκιστικό κόμμα έχει εδραιωθεί στην αντίθετη άκρη του πολιτικού φάσματος.
Τι συμβαίνει λοιπόν;
Στον κόσμο του παγωτού, ένα τόσο εμφανές κενό στην αγορά θα το εκμεταλλεύονταν αμέσως νέοι ανταγωνιστές. Μήπως λοιπόν η πολιτική κατάσταση δυσλειτουργεί; Με δεδομένες τις ιδιαιτερότητες των εκλογικών συστημάτων, της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και της ίδιας της ύπαρξης πολιτικών κομμάτων και προγραμμάτων, έχει άραγε νόημα να μιλάμε για «πολιτική της αγοράς»;
Η απάντηση είναι ναι.
Αν οι πολιτικές προτάσεις που ενδιαφέρουν τους ψηφοφόρους τοποθετούνται πάνω σε μια κλίμακα, τότε είναι λογικό να υπάρχει και ένα πολιτικό «κέντρο». Και επειδή η ανθρώπινη φύση είναι αυτή που είναι, περισσότεροι πολίτες θα βρίσκονται κοντά σε αυτό το κέντρο παρά στα άκρα. Ένας επιτυχημένος πολιτικός «προμηθευτής» θα επιδιώξει να απευθυνθεί ακριβώς σε αυτό το κοινό. Η στρατηγική του «τριγωνισμού» του Κλίντον –ή αλλιώς το ανταγωνιστικό πολιτικό μάρκετινγκ– υπήρξε πράγματι μια επιτυχημένη προσέγγιση. Γιατί λοιπόν δεν λειτουργεί σήμερα;
Για να είμαστε δίκαιοι, σε ορισμένες χώρες η πολιτική εξακολουθεί να λειτουργεί όπως παλαιότερα. Ο Καναδάς εξέλεξε έναν ξεκάθαρα κεντρώο πρωθυπουργό. Η Ελβετία εξακολουθεί αξιοζήλευτα να λειτουργεί χωρίς την έντονη πόλωση της «Μεγάλης Πολιτικής». Παράλληλα, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι μεγάλο μέρος του κόσμου εξακολουθεί να αντιμετωπίζει πολύ σοβαρότερα δημοκρατικά ελλείμματα. Τα δικά μας προβλήματα είναι, πράγματι, προβλήματα του ανεπτυγμένου κόσμου.
Γιατί όμως οι Ρεπουμπλικανοί και οι Δημοκρατικοί στις ΗΠΑ δεν μετακινούνται ο ένας προς τον άλλο; Πού βρίσκονται τα επιτυχημένα κεντρώα κόμματα της Ευρώπης;
Ίσως τα εμπόδια εισόδου στην πολιτική αγορά να είναι πολύ υψηλά. Ο πολιτικός φυλετισμός έχει βαθιές ρίζες. Αν πιστεύεις ότι «το κόμμα μου έχει πάντα δίκιο», τότε ίσως αποδεχθείς ακόμη και τη μετακίνησή του μακριά από το κέντρο. Πώς όμως εξηγείται τότε η επιτυχία των λαϊκιστικών κινημάτων; Αυτά αποτελούν, άλλωστε, νέους «παίκτες» στην αγορά.
Ίσως έχει αλλάξει κάτι πιο θεμελιώδες.
Όταν μιλάμε για πολιτική, συνήθως επικεντρωνόμαστε σε μία μόνο διάσταση – συνήθως στην κλίμακα «Αριστερά–Δεξιά» ή «συλλογικότητα–ατομικισμός» – και αναζητούμε το πολιτικό κέντρο μέσα σε αυτό το πλαίσιο. Τι γίνεται όμως αν υπάρχει και μια δεύτερη διάσταση, η οποία καθιστά την παραδοσιακή αυτή κλίμακα ξεπερασμένη; Όταν εμφανίστηκε ο λαϊκισμός –με τον Τραμπ, το Κίνημα Πέντε Αστέρων στην Ιταλία και το Brexit– είχαμε υποστηρίξει ότι ίσως δεν αντανακλά μια ξαφνική μετατόπιση προς πιο «καλούς» ή πιο «κακούς» πολιτικούς, αλλά μια μορφή διαμαρτυρίας: μια ενστικτώδη επιθυμία να «τα βάλουν με το Σύστημα», όποιο κι αν είναι αυτό. Με αυτή την ερμηνεία, το πολιτικό «κέντρο» που έχει πραγματική σημασία δεν ορίζεται πλέον σε σχέση με την Αριστερά ή τη Δεξιά. Αυτό που μετρά είναι ο βαθμός στον οποίο ένα πολιτικό κόμμα ταυτίζεται με το αντιλαμβανόμενο κατεστημένο – το «Σύστημα» – ή όχι.
Αυτό μπορεί να περιλαμβάνει το πολιτικό κατεστημένο της Ουάσιγκτον («Beltway»), τον περίφημο «βάλτο», που, σύμφωνα με τους επικριτές του θα πρέπει να «αποξηρανθεί» καθώς και τις φιλελεύθερες και προοδευτικές αντιλήψεις που συνδέονται με αυτό, αλλά και την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σε γενικότερο επίπεδο, μπορεί να σημαίνει μια υπερβολικά αυτάρεσκη ελίτ σχολιαστών και ειδικών, η οποία θεωρεί δεδομένο ότι οι «έξυπνοι άνθρωποι» είναι εκείνοι που γνωρίζουν καλύτερα πώς πρέπει να ασκείται η πολιτική (στο Ηνωμένο Βασίλειο υπάρχει μάλιστα ομάδα πίεσης που προωθεί ακριβώς αυτή την ιδέα).
Έχοντας δει τα τελευταία χρόνια τη συμβατική σοφία να αποτυγχάνει σε αρκετά κρίσιμα ζητήματα, οι ψηφοφόροι ίσως κατέληξαν σιωπηρά στο συμπέρασμα ότι στην πολιτική οικονομία τελικά υπάρχει πολύ μικρότερος ρόλος για τους «ειδικούς» απ’ όσο θεωρούνταν. Πολλοί έχουν απορρίψει τόσο τα παραδοσιακά πολιτικά κόμματα όσο και τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης, τα οποία θεωρούν ότι αποτελούν μέρος αυτής της ελίτ. Άρα υπήρχε πράγματι ένα κενό στην «πολιτική αγορά» — και αυτό το κενό το καλύπτει σήμερα ο λαϊκισμός.
Τι σημαίνει όμως η αντισυστημική πολιτική για τους επενδυτές;
Προσφέρει ακόμη έναν λόγο να μην καταλήγουμε βιαστικά σε συμπεράσματα όταν συμβαίνουν σημαντικά πολιτικά γεγονότα. Ταυτόχρονα, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η διάσταση που εξακολουθεί να έχει τη μεγαλύτερη σημασία για τα επενδυτικά χαρτοφυλάκια παραμένει η ίδια: η προεξοφλημένη παρούσα αξία των μελλοντικών ταμειακών ροών.
Ο Kevin Gardiner είναι επικεφαλής παγκόσμιας στρατηγικής της Rothschild & Co