Συνολικά 57 από τους 69 οικονομολόγους που συμμετείχαν, αναμένουν αύξηση κατά 25 μονάδες βάσης
Μία ακόμη αύξηση των επιτοκίων στις 10 Σεπτεμβρίου και, στη συνέχεια, μια μακρά περίοδο αναμονής αναμένουν από την ΕΚΤ οι οικονομολόγοι που συμμετείχαν σε νέα δημοσκόπηση του Reuters, καθώς το 83% δηλαδή 57 από τους 69 οικονομολόγους που συμμετείχαν, αναμένουν πως τα επιτόκια αναφοράς θα αυξηθούν κατά 25 μονάδες βάσης, από το 2,25% στο 2,50%.
Το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 72% πριν από τη συνεδρίαση του Ιουλίου και περίπου 65% τον Ιούνιο, γεγονός που δείχνει ότι η πεποίθηση για νέα αύξηση ενισχύεται. Περίπου οκτώ στους δέκα αναλυτές περιμένουν ότι το επιτόκιο θα κυμανθεί στο τέλος του 2026 στο 2,50%, ενώ το 63% προβλέπει ότι θα παραμείνει εκεί τουλάχιστον έως το τρίτο τρίμηνο του 2027.
Η ΕΚΤ είχε αυξήσει τα επιτόκια για πρώτη φορά έπειτα από σχεδόν τρία χρόνια τον Ιούνιο, αλλά τον Ιούλιο επέλεξε να τηρήσει στάση αναμονής, διατηρώντας το επιτόκιο καταθέσεων στο 2,25%, ενώ η νέα αύξηση, εφόσον επιβεβαιωθεί, θα ολοκληρώσει τον συντομότερο κύκλο νομισματικής σύσφιγξης από το 2011.
Την ίδια στιγμή, η οικονομία της Ευρωζώνης αποδεικνύεται ανθεκτικότερη από ό,τι αναμενόταν. Το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 0,4% το δεύτερο τρίμηνο, ενώ η πρόβλεψη για την ανάπτυξη στο σύνολο του 2026 αναβαθμίστηκε στο 0,8%, από 0,5% στην προηγούμενη δημοσκόπηση, δίνοντας στην ΕΚΤ μεγαλύτερο περιθώριο να αυξήσει τα επιτόκια χωρίς να φοβάται ύφεση.
Οι επιπτώσεις στα δάνεια
Για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις, μια αύξηση στο 2,50% σημαίνει ότι η περίοδος του φθηνότερου χρήματος απομακρύνεται ξανά. Στα επιτόκια των δανείων κυμαινόμενου επιτοκίου π.χ., μία αύξηση κατά 25 μονάδες βάσης για δάνειο 100.000 ευρώ, διάρκειας 20 ετών και συνολικό επιτόκιο 4%, η μηνιαία δόση αυξάνει από περίπου 606 σε 619 ευρώ. Για τις επιχειρήσεις, η διατήρηση των επιτοκίων σε υψηλότερα επίπεδα έως το 2027 σημαίνει ακριβότερη αναχρηματοδότηση και μεγαλύτερη επιβάρυνση για τις επενδύσεις. Για τις τράπεζες, τα υψηλότερα επιτόκια στηρίξουν τα καθαρά έσοδα από τόκους, αλλά πιέζουν μερικώς τη ζήτηση για νέα δάνεια και αυξάνουν τον κίνδυνο καθυστερήσεων.
Το 2011
Το 2011, η ΕΚΤ αύξησε δύο φορές τα επιτόκια, τον Απρίλιο και τον Ιούλιο, επιχειρώντας να αντιμετωπίσει έναν πληθωρισμό που τροφοδοτούνταν επίσης από την ενέργεια. Οι αυξήσεις ανατράπηκαν πριν από το τέλος του ίδιου έτους, καθώς η κρίση χρέους επιδεινωνόταν, όπως καταγράφεται και στο ιστορικό των επιτοκίων της ΕΚΤ. Εκείνες οι αποφάσεις θεωρούνται σήμερα από πολλούς οικονομολόγους σοβαρό λάθος, επειδή επιβάρυναν μια οικονομία που βρισκόταν ήδη σε εύθραυστη θέση. Οι συνθήκες σήμερα δεν είναι ίδιες, όμως το δίλημμα παραμένει γνώριμο: εάν η ΕΚΤ κινηθεί πρόωρα, μπορεί να πλήξει την ανάπτυξη για έναν πληθωρισμό που οφείλεται κυρίως στην ενέργεια. Εάν περιμένει υπερβολικά, κινδυνεύει να αφήσει τις αυξήσεις των τιμών να διαχυθούν στην υπόλοιπη οικονομία.