Με μερίδιο αγοράς 18,28% το  2025 και με εξαγωγές σε αξία 107,17 εκατ. ευρώ (+4,28%), η Ελλάδα αποτέλεσε τον τρίτο σημαντικότερο προμηθευτή ελαιολάδου της Γερμανίας, επί της συνολικής αξίας των εισαγωγών, πίσω από την Ιταλία και την Ισπανία, αναφέρει σχετική μελέτη της ελληνικής πρεσβείας στο Βερολίνο.

Οι πέντε πρώτες προμηθεύτριες χώρες (Ιταλία, Ισπανία, Ελλάδα, Τουρκία και Γαλλία) αντιπροσώπευσαν συνολικά 97,80% της αξίας των συνολικών γερμανικών εισαγωγών ελαιολάδου. Ιδιαίτερα σημαντική είναι, ωστόσο, η θέση της Ελλάδας στην κατηγορία του εξαιρετικά παρθένου ελαιολάδου όπου το 2025 κατέλαβε τη δεύτερη θέση, ξεπερνώντας την Ισπανία, με εξαγωγές αξίας 98,47 εκατ. ευρώ (έναντι 94,4 εκατ. ευρώ της Ισπανίας).

Το εξαιρετικά παρθένο ελαιόλαδο αποτελεί το κύριο ελληνικό εξαγωγικό προϊόν στην κατηγορία του ελαιολάδου, αντιπροσωπεύοντας, το 2025, το 91,88% της συνολικής αξίας των ελληνικών εξαγωγών ελαιολάδου προς τη Γερμανία, γεγονός που καταδεικνύει τη σαφή εξειδίκευση των ελληνικών εξαγωγών στην ανώτερη κατηγορία του ελαιολάδου και την ισχυρή παρουσία της Ελλάδας στη γερμανική αγορά.

Κατά την τελευταία πενταετία, οι γερμανικές εισαγωγές ελαιολάδου παρουσιάζουν αύξηση, από 343,2 εκατ. ευρώ το 2021 σε 586,1 εκατ. ευρώ το 2025. Ωστόσο, το 2025 η αξία των εισαγωγών μειώθηκε κατά 9,35% σε σχέση με το 2024, ενώ η εισαγόμενη ποσότητα αυξήθηκε κατά 28,42%. Η Γερμανία δεν διαθέτει ουσιαστική εγχώρια παραγωγή ελαιολάδου και οι εξαγωγές που καταγράφονται αφορούν κυρίως επανεξαγωγές προϊόντων, που έχουν προηγουμένως εισαχθεί στη χώρα. Παράλληλα, μέρος του εισαγόμενου ελαιολάδου μπορεί να τυποποιείται και να συσκευάζεται στη Γερμανία πριν διατεθεί στην εγχώρια ή σε άλλες αγορές. Η Ιταλία κατέχει με μεγάλη διαφορά την πρώτη θέση ως προμηθεύτρια χώρα ελαιολάδου στη Γερμανία, αντιπροσωπεύοντας, το 2025, το 57,46% της συνολικής αξίας των γερμανικών εισαγωγών, ενώ ακολουθούν η Ισπανία με 19,45% και η Ελλάδα με 18,28%. Η Ελλάδα παρουσιάζει ιδιαίτερα ανοδική πορεία, καθώς η αξία των εξαγωγών της προς τη Γερμανία αυξήθηκε κατά 4,28% το 2025 σε σχέση με το 2024, ενισχύοντας τη θέση της ως σημαντικού προμηθευτή της γερμανικής αγοράς.

 Συμπεράσματα και προοπτικές για τις ελληνικές εξαγωγές ελαιολάδου στη Γερμανία

 Η γερμανική αγορά αποτελεί μία από τις σημαντικότερες αγορές στόχους για το ελληνικό ελαιόλαδο, καθώς συνδυάζει το σημαντικό μέγεθος, τη σταθερή ζήτηση και τη δυνατότητα πρόσβασης σε ένα ιδιαίτερα οργανωμένο δίκτυο διανομής. Παράλληλα, η Γερμανία λειτουργεί ως σημαντικός εμπορικός κόμβος στην Ευρώπη, γεγονός που δημιουργεί πρόσθετες δυνατότητες για την ανάπτυξη των ελληνικών εξαγωγών και την περαιτέρω διεθνοποίηση των ελληνικών επιχειρήσεων. Η Ελλάδα κατέχει ήδη ισχυρή θέση στη γερμανική αγορά ελαιολάδου. Το 2025 αποτέλεσε τον τρίτο σημαντικότερο προμηθευτή ελαιολάδου της Γερμανίας συνολικά, ενώ στην κατηγορία του εξαιρετικά παρθένου ελαιολάδου (ΣΟ 15092000) κατέλαβε τη δεύτερη θέση, ξεπερνώντας την Ισπανία.

Οι βασικές προκλήσεις για τις ελληνικές επιχειρήσεις αποτελούν η έντονη ευαισθησία των Γερμανών καταναλωτών στην τιμή, ο ισχυρός ανταγωνισμός, καθώς και η κυριαρχία των προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας και των εκπτωτικών αλυσίδων. Παρά τις παραπάνω προκλήσεις, σημαντικές προοπτικές δημιουργούνται από την ανάπτυξη της αγοράς βιολογικών προϊόντων και από το αυξανόμενο ενδιαφέρον για προϊόντα με σαφή ποιοτικά και περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά. Η γερμανική αγορά βιολογικών προϊόντων κατέγραψε σημαντική ανάπτυξη το 2025, ενώ το οργανωμένο λιανεμπόριο, οι εκπτωτικές αλυσίδες και τα καταστήματα τύπου drugstore διευρύνουν την παρουσία τους στην κατηγορία των βιολογικών προϊόντων.

Στο πλαίσιο αυτό, οι ελληνικές επιχειρήσεις θα πρέπει να αξιοποιήσουν περισσότερο τα χαρακτηριστικά που διαφοροποιούν το ελληνικό εξαιρετικά παρθένο ελαιόλαδο από τον ανταγωνισμό. Η ανάδειξη της ελληνικής προέλευσης, της ποικιλίας της ελιάς, της περιοχής παραγωγής, των πιστοποιήσεων, μπορεί να ενισχύσει την αναγνωρισιμότητα και την αξία του προϊόντος. Παράλληλα, η συσκευασία, η πληροφόρηση του καταναλωτή και η παρουσία σε ηλεκτρονικά κανάλια πώλησης μπορούν να λειτουργήσουν συμπληρωματικά ως στοιχεία διαφοροποίησης. Η ήδη ισχυρή θέση της Ελλάδας στο εξαιρετικά παρθένο ελαιόλαδο, η αύξηση της ζήτησης για προϊόντα υγιεινής διατροφής και βιολογικής παραγωγής και η δυνατότητα αξιοποίησης των χαρακτηριστικών της ελληνικής προέλευσης δημιουργούν σημαντικές ευκαιρίες. Η ενίσχυση της αναγνωρισιμότητας των ελληνικών σημάτων, η αξιοποίηση ΠΟΠ και ΠΓΕ, η ανάπτυξη βιολογικών και προϊόντων υψηλότερης προστιθέμενης αξίας, καθώς και η στοχευμένη παρουσία στα διαφορετικά κανάλια διανομής μπορούν να αποτελέσουν βασικούς άξονες για την περαιτέρω ενίσχυση της ανταγωνιστικής θέσης του ελληνικού ελαιολάδου στη γερμανική αγορά.

Η κατανάλωση ελαιολάδου στην Γερμανία

Η κατανάλωση ελαιολάδου στη Γερμανία παρουσίασε εντυπωσιακή αύξηση από το 1990, αλλά μετά το ιστορικό υψηλό του 2020/2021, υποχώρησε σημαντικά και πλέον φαίνεται να σταθεροποιείται στους 55-56 χιλ. τόνους. Πιο συγκεκριμένα, το 2024/2025, η κατανάλωση ελαιολάδου στη Γερμανία μειώθηκε σημαντικά σε σχέση με το 2020/2021, καταγράφοντας συνολική πτώση περίπου 32%. Ωστόσο, η κατανάλωση παρέμεινε ουσιαστικά σταθερή μεταξύ 2023/2024 και 2024/2025. Η σημαντική μείωση της κατανάλωσης ελαιολάδου στη Γερμανία μετά το 2020/2021 φαίνεται να συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με τη σημαντική αύξηση των τιμών του προϊόντος.

Μετά την κορύφωση της κατανάλωσης στους 82 χιλ. τόνους το 2020/2021, η αγορά βρέθηκε αντιμέτωπη με έντονες αυξήσεις στις τιμές του ελαιολάδου. Η Γερμανία αποτελεί μία από τις σημαντικότερες αγορές ελαιολάδου διεθνώς, χωρίς ουσιαστική εγχώρια παραγωγή. Με κατανάλωση περίπου 55,7 χιλ. τόνων κατά την περίοδο 2024/2025, η Γερμανία αντιπροσωπεύει περίπου το 1,7% της παγκόσμιας κατανάλωσης ελαιολάδου, η οποία ανήλθε σε περίπου 3,215 εκατ. τόνους.

Διατροφικές συνήθειες

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε η γερμανική Ένωση για την Προώθηση των Ελαιούχων και Πρωτεϊνούχων Φυτών (UFOP), και αφορούν στις αγορές ελαίων των ιδιωτικών νοικοκυριών στη Γερμανία, το κραμβέλαιο παρέμεινε το 2025 το πιο δημοφιλές μαγειρικό έλαιο, με αγορές περίπου 86,5 εκατ. λίτρων. Ακολούθησαν το ηλιέλαιο με περίπου 63 εκατ. λίτρα και το ελαιόλαδο με 38,6 εκατ. λίτρα. Συνολικά, οι αγορές μαγειρικών ελαίων από ιδιωτικά νοικοκυριά παρέμειναν σχεδόν σταθερές, στα περίπου 214 εκατ. λίτρα.

Σε γενικές γραμμές, το κραμβέλαιο διατηρεί την πρώτη θέση εδώ και χρόνια, με μερίδιο περίπου 40% των αγορών των ιδιωτικών νοικοκυριών. Το ελαιόλαδο παραμένει στην Τρίτη θέση μεταξύ των βασικών μαγειρικών ελαίων. Όσον αφορά στην αγορά βιολογικών προϊόντων: το 2025 οι αγορές βιολογικού κραμβελαίου από ιδιωτικά νοικοκυριά ανήλθαν σε περίπου 4,5 εκατ. λίτρα, ενώ οι συνολικές αγορές βιολογικών μαγειρικών ελαίων έφτασαν περίπου τα 28,3 εκατ. λίτρα.

Καταναλωτικές τάσεις

Οι Γερμανοί καταναλωτές εμφανίζουν υψηλή ευαισθησία στις μεταβολές των τιμών, ιδιαίτερα στην κατηγορία τροφίμων και ποτών. Έρευνα της Deloitte στη Γερμανία δείχνει ότι η τιμή παραμένει ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες αγοράς, ενώ σχεδόν οι μισοί καταναλωτές δηλώνουν ότι προσέχουν ιδιαίτερα τις τιμές στα τρόφιμα και τα ποτά. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι εκπτωτικές αλυσίδες στη Γερμανία (discounters) κατέχουν ιδιαίτερα ισχυρή θέση στο γερμανικό λιανεμπόριο τροφίμων, αντιπροσωπεύοντας, το 2025, περίπου το 38,1% του κύκλου εργασιών του κλάδου . Η υψηλή διείσδυσή τους, σε συνδυασμό με τη στρατηγική χαμηλών τιμών και την εκτεταμένη παρουσία προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας, εντείνει τον ανταγωνισμό στο οργανωμένο λιανεμπόριο και ασκεί πιέσεις στις τιμές, επηρεάζοντας και τη στρατηγική τιμολόγησης των παραδοσιακών αλυσίδων σούπερ μάρκετ.

Discover more from MarketsReport

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading