Παρά την ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας εν μέσω διεθνών αναταράξεων, ανάλυση της Eurobank αποφαίνεται πως με τα σημερινά δεδομένα, το πραγματικό ΑΕΠ της χώρας θα «πιάσει» τα προ της κρίσης επίπεδα το 2034.
Όπως αναφέρεται, το ΑΕΠ της Ελλάδας κατά το β’ τρίμηνο 2026 κατέγραψε ρυθμό αύξησης 1,9% σε ετήσια βάση και 0,3% σε τριμηνιαία βάση, παραμένοντας σχεδόν αμετάβλητος σε σχέση με το 2,0% και 0,2% αντίστοιχα το προηγούμενο τρίμηνο. Η επίδοση αυτή αποτυπώνει την ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας, η οποία εν μέσω διεθνών αναταραχών και αβεβαιότητας συνέχισε να μεγεθύνεται με ρυθμό σημαντικά υψηλότερο της Ευρωζώνης (+1,2%) για 20ο συναπτό τρίμηνο, αν και με μικρότερη διαφορά σε σχέση τα προηγούμενα έτη και το α’ τρίμηνο 2026. Η επίδοση αυτή αποτελεί την 9η υψηλότερη στην Ευρωζώνη (Διάγραμμα 1(α)).
Εντούτοις, παρά την ισχυρή μεταπανδημική μεγέθυνση της οικονομίας, το πραγματικό ΑΕΠ παραμένει χαμηλότερο κατά 13,6% συγκριτικά με το προ κρίσης χρέους ιστορικό υψηλό του β’ τριμήνου 2007 (Διάγραμμα 1(β)). Υποθέτοντας διατήρηση του ετήσιου ρυθμού αύξησης του τριμηνιαίου ΑΕΠ στο παρόν επίπεδο (+1,9%), η ελληνική οικονομία θα επανέλθει στο επίπεδο αυτό το α’ τρίμηνο του 2034. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει ετήσιο ρυθμό μεγέθυνσης 1,8% φέτος και 1,6% το 2027, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) 1,9% και 1,4% και ο Οργανισμός για την Οικονομική Συνεργασία και Ανάπτυξη (ΟΟΣΑ) 1,9% και 2,0% αντίστοιχα. Πιο μακροπρόθεσμα, ο ρυθμός μεγέθυνσης του πραγματικού ΑΕΠ δεν προβλέπεται να ξεπερνά το 1,5% κατά μέσο όρο.

Προσέγγιση δαπάνης
Οι επενδύσεις παγίων αποτέλεσαν βασικό μοχλό της οικονομικής μεγέθυνσης και το β’ τρίμηνο 2026, καταγράφοντας ισχυρή ετήσια αύξηση 6,1%, αν και επιβραδυμένες σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο (+12,1%), πιθανώς επηρεασμένες και από την αβεβαιότητα λόγω του πολέμου (Διάγραμμα 2(α)). Η αύξηση αυτή αποδίδεται σχεδόν εξολοκλήρου (82%) στην οικοδομική δραστηριότητα: η κατασκευή κατοικιών αυξήθηκε κατά €117 εκ., συνεισφέροντας το 21% της ετήσιας αύξησης των πάγιων επενδύσεων, ενώ οι άλλες κατασκευές, κυρίως μεγάλα έργα υποδομής (σιδηρόδρομος, αυτοκινητόδρομοι, γραμμές μέτρο σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, Ελληνικό, κ.ά) ενισχυθήκαν κατά €338 εκ., το 61% της αύξησης. Το υπόλοιπο προήλθε κυρίως από την αύξηση των επενδύσεων σε εξοπλισμό: μηχανολογικό και οπλικά συστήματα (+€51 εκ., το 9%) και τεχνολογιών πληροφορικής και επικοινωνίας (+€51 εκ., 9%), παρά την υποχώρηση του μεταφορικού εξοπλισμού (-€45 εκ., -8%).

Τη μεγαλύτερη όμως συνεισφορά στην ετήσια αύξηση του ΑΕΠ (+1,2 ποσοστιαίες μονάδες [π.μ.]) είχε η ιδιωτική κατανάλωση, η οποία αποτελεί παραδοσιακά την κινητήρια δύναμη που οδηγεί αλλά και ενισχύεται από την οικονομική μεγέθυνση στην Ελλάδα (Διάγραμμα 2(β)). Αντιθέτως, ενθαρρυντική είναι η συνέχιση της μείωσης του ελλείμματος στο εξωτερικό ισοζύγιο αγαθών (-4,7%) η οποία συνεισέφερε 0,5 π.μ. στη μεγέθυνση του β’ τριμήνου. Οι καθαρές εισαγωγές υπηρεσιών από την άλλη υποχώρησαν σημαντικά σε σχέση με το β’ τρίμηνο 2025 σε πραγματικούς όρους (-3,6%), αφαιρώντας 1,2 π.μ. από το ρυθμό μεγέθυνσης. Παρά την ανθεκτικότητα του τουρισμού και την αύξηση του κύκλου εργασιών στη ναυτιλία, η σημαντική αύξηση των ναύλων λόγω του πολέμου περιόρισε την πραγματική αξία των εισπράξεων, με αποτέλεσμα η καθαρή συνεισφορά του εξωτερικού τομέα να παραμείνει σε αρνητικό έδαφος (-0.8 π.μ.).
Η σύνθεση του ΑΕΠ το β’ τρίμηνο 2026 διατηρήθηκε σχεδόν αμετάβλητη (Διάγραμμα 3): Η κατανάλωση συνέχισε να αποτελεί μακράν τη μεγαλύτερη συνιστώσα, με το μερίδιό της να παραμένει σταθερά στη ζώνη του 68–70% καθ’ όλη τη μεταπανδημική περίοδο, σημαντικά υψηλότερα από το αντίστοιχο της ευρωζώνης (53,2%). Παράλληλα, το έλλειμμα στο ισοζύγιο αγαθών συνέχισε να αφαιρεί περίπου το 1/8 του ΑΕΠ, απώλεια που εν μέρει αντισταθμίστηκε από το πλεόνασμα του ισοζυγίου υπηρεσιών. Στα θετικά, το μερίδιο των επενδύσεων παγίων παρέμεινε κοντά στα υψηλότερα επίπεδά του από το ξέσπασμα της κρίσης χρέους, συμβάλλοντας στην αναπλήρωση του κεφαλαιακού αποθέματος της χώρας. Εντούτοις, παραμένει από τα χαμηλότερα στην ευρωζώνη (21,3% του ΑΕΠ) και στην ΕΕ27 (21,5%)· προϋπόθεση όμως για τη σύγκλιση είναι η ταχύτερη αύξηση του κεφαλαίου ανά εργαζόμενο και άρα οι υψηλότερες συγκριτικά με την ΕΕ27 επενδύσεις ως μερίδιο του ΑΕΠ.

Συνολικά, η εικόνα του β΄ τριμήνου 2026 υποδηλώνει ότι η αύξηση της ΑΠΑ παραμένει θετική αλλά με σαφείς διαφοροποιήσεις μεταξύ των κλάδων. Η ισχυρή δυναμική των κατασκευών, των χρηματοπιστωτικών δραστηριοτήτων, της ενημέρωσης και επικοινωνίας και, σε μικρότερο βαθμό, άλλων υπηρεσιών αντισταθμίζεται εν μέρει από την αδυναμία του ευρύτερου κλάδου εμπορίου, μεταφορών, καταλυμάτων και εστίασης. Σε πιο μακροχρόνιο ορίζοντα, η μέση κλαδική διάρθρωση της ΑΠΑ την περίοδο 2023–2026 διαφοροποιείται αισθητά από την προ κρίσης περίοδο, κυρίως λόγω της σημαντικής υποχώρησης του σχετικού βάρους των κατασκευών και της ενίσχυσης της διαχείρισης ακίνητης περιουσίας, των χρηματοπιστωτικών δραστηριοτήτων και ορισμένων υπηρεσιών υψηλότερης έντασης γνώσης. Αντίθετα, το σχετικό βάρος της βιομηχανίας και του ευρύτερου κλάδου εμπορίου, μεταφορών, καταλυμάτων και εστίασης παραμένει συνολικά κοντά στα προ κρίσης επίπεδα. Η σύγκριση αυτή υποδηλώνει ότι η ελληνική οικονομία έχει υποστεί σημαντικές διαρθρωτικές μεταβολές, χωρίς όμως πλήρη ανατροπή της βασικής κλαδικής της σύνθεσης. Ιδιαίτερα στις κατασκευές, η σημερινή ισχυρή αύξηση της δραστηριότητας συντελείται από σαφώς χαμηλότερη βάση σε σχέση με την προ κρίσης περίοδο, ενώ η ενίσχυση των χρηματοπιστωτικών και ορισμένων υπηρεσιών υποδηλώνει σταδιακή μετατόπιση προς δραστηριότητες μεγαλύτερης έντασης κεφαλαίου και γνώσης.
Ανάλυση των παρεμβάσεων οικονομικής πολιτικής
Οι παρεμβάσεις οικονομικής πολιτικής που παρουσιάστηκαν στη ΔΕΘ 2026 επικεντρώνονται κυρίως στην ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών, στη μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης για συγκεκριμένες κοινωνικές και επαγγελματικές ομάδες, καθώς και στη στήριξη της στέγασης, της επιχειρηματικότητας και των επενδύσεων. Το πακέτο περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, παρεμβάσεις για μισθωτούς και συνταξιούχους, οικογένειες με παιδιά, ελεύθερους επαγγελματίες, αγρότες και επιχειρήσεις, καθώς και μέτρα για την αγορά κατοικίας και το ενεργειακό κόστος.
Σύμφωνα με την επίσημη εξειδίκευση, το δημοσιονομικό κόστος των νέων μέτρων που δεν έχουν ακόμη θεσμοθετηθεί εκτιμάται σε €605 εκατ. το 2026 και €2,2 δισ. το 2027. Παράλληλα, μέτρα που έχουν ήδη θεσμοθετηθεί αλλά δεν έχουν ακόμη αποδώσει πλήρως έχουν πρόσθετο κόστος €940 εκατ. το 2026 και €2,8 δισ. το 2027. Συνεπώς, το συνολικό ετήσιο κόστος των παρεμβάσεων που θα αρχίσουν ή θα συνεχίσουν να επηρεάζουν την οικονομία ανέρχεται σε περίπου €5 δισ. το 2027. Το ποσό αυτό, ωστόσο, δεν πρέπει να ερμηνεύεται ως εξ ολοκλήρου νέα δημοσιονομική επέκταση, καθώς σημαντικό μέρος του αφορά ήδη αποφασισμένα και σε ορισμένες περιπτώσεις ήδη ενσωματωμένα στον δημοσιονομικό σχεδιασμό μέτρα.
Από μακροοικονομική σκοπιά, η επίδραση του πακέτου θα εξαρτηθεί κυρίως από τη σύνθεση και τον χρόνο εφαρμογής των παρεμβάσεων. Τα μέτρα που αυξάνουν άμεσα το διαθέσιμο εισόδημα αναμένεται να στηρίξουν περισσότερο την ιδιωτική κατανάλωση, ιδίως όταν αφορούν ομάδες με υψηλότερη οριακή ροπή προς κατανάλωση, ενώ οι παρεμβάσεις σε επιχειρήσεις, επενδύσεις και στέγαση λειτουργούν περισσότερο μέσω της ρευστότητας, της χρηματοδότησης και της επενδυτικής δραστηριότητας. Ενδεικτικά, εάν στα νέα μέτρα ύψους €2,2 δισ. εφαρμοζόταν ένας βραχυχρόνιος δημοσιονομικός πολλαπλασιαστής της τάξης του 0,35–0,65, η δυνητική επίδραση στον ρυθμό αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ το 2027 θα μπορούσε να κινηθεί περίπου μεταξύ 0,25 και 0,45 ποσοστιαίων μονάδων, με κεντρική εκτίμηση κοντά στις 0,35 π.μ. Ωστόσο, η καθαρή πρόσθετη επίδραση σε σχέση με το υφιστάμενο μακροοικονομικό σενάριο ενδέχεται να είναι χαμηλότερη, στον βαθμό που μέρος των μέτρων έχει ήδη ληφθεί υπόψη στις προβλέψεις.
Προκλήσεις και προοπτικές
Συμπερασματικά, η ελληνική οικονομία συνεχίζει να αναπτύσσεται ταχύτερα έναντι του μέσου όρου της Ευρωζώνης, με ανθεκτικότητα της κατανάλωσης και τόνωση των επενδύσεων από το ΤΑΑ. Με δεδομένη την αστάθεια στο διεθνές περιβάλλον (γεωστρατηγικές τριβές, αυξήσεις επιτοκίων, επιμένων πληθωρισμός – ιδίως λόγω ενέργειας) που αποτελούν καθοδικούς κινδύνους για την ανάπτυξη τα επόμενα τρίμηνα, είναι σημαντικό να επιταχυνθεί η υλοποίηση του ΤΑΑ που παρέχει μία αντικυκλική προστασία. Μετά τη λήξη του ΤΑΑ, η προσέλκυση περισσότερων και ποιοτικότερων ιδιωτικών επενδύσεων μέσω διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων παραμένει ο βασικότερος στόχος της οικονομικής πολιτικής για τη διατήρηση ικανοποιητικών ρυθμών ανάπτυξης. Η διατηρήσιμη αύξηση της παραγωγικότητας και η αντιμετώπιση της εμμένουσας ελλειμματικότητας του εξωτερικού ισοζυγίου θα απαιτήσουν επιπλέον δράση.
