Τι προβλέπει πλέον στην εποχή του πολέμου για την παγκόσμια οικονομία
Σε αναθεώρηση της πρόβλεψής της για την παγκόσμια ανάπτυξη στο 2,7% εφέτος με παράλληλη αύξηση της εκτίμησης για τον παγκόσμιο πληθωρισμό στο 3,3%, απόρροια της επίδρασης των υψηλότερων τιμών του πετρελαίου και της αναταραχής στις αλυσίδες εφοδιασμού εξαετίας του πολέμου, προχώρησε η Citigroup, σημειώνοντας μάλιστα πως οι προβλέψεις αυτές είναι προσωρινές και μπορούν να αναθεωρηθούν ανάλογα με τα γεγονότα. Αν και φαίνεται πως οι πιθανότητες όξυνσης των συγκρούσεων και από τις δύο πλευρές να περιορίζονται, οι κίνδυνοι παραμένουν και σε ένα δυσμενές σενάριο, οι ανανεωμένες εντάσεις θα μπορούσαν να ωθήσουν τις τιμές του πετρελαίου Brent στα 120 δολάρια/βαρέλι μέχρι το τέλος του έτους. Στο σενάριο αυτό, η παγκόσμια ανάπτυξη θα υποχωρήσει μεταξύ 1,5% -2% με τον παγκόσμιο πληθωρισμό να πλησιάζει το 5%.
Αλλά ακόμη και στο ευνοϊκό σενάριο, όπου θα σταματήσουν οι εχθροπραξίες και θα ανοίξουν ξανά τα Στενά του Ορμούζ, θα απαιτηθεί χρόνος για να ομαλοποιηθεί η κατάσταση με τις τιμές του πετρελαίου να παραμένουν υψηλές τουλάχιστον το β’ τρίμηνο.

Με τα στενά του Ορμούζ κλειστά περίπου 10 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου την ημέρα είναι επί του παρόντος εκτός αγοράς Εάν συνεχιστεί, αναμένεται ένα σημαντικό αρνητικό παγκόσμιο σοκ προσφοράς, το οποίο θα μπορούσε να μειώσει την ανάπτυξη και να τροφοδοτήσει τον πληθωρισμό. Καθώς ακόμη και αν ομαλοποιηθεί η κατάσταση αρκετά εκατομμύρια βαρέλια ημερήσιας προσφοράς πετρελαίου είναι πιθανό να χαθούν μέχρι (τουλάχιστον) το τέλος του έτους, οι τιμές του πετρελαίου στο δεύτερο εξάμηνο αναμένεται να κυμανθεί στα 75-80 δολάρια/βαρέλι, έναντι των προσδοκιών για 60 δολάρια όταν ξεκινούσε η χρονιά. Παράλληλα, οι πιέσεις στις αλυσίδες εφοδιασμού βασικών αγαθών, συμπεριλαμβανομένων των λιπασμάτων και των πρώτων υλών είναι πιθανό να παραμείνουν σε ισχύ.
Τέλος να σημειωθεί πως η Citigroup, εκτιμά πως η συζήτηση για την διαμόρφωση μίας νέα αρχιτεκτονικής για την πορεία της παγκόσμιας οικονομικής τάξης πραγμάτων, βρίσκεται πλέον πάνω στο τραπέζι, καθώς η περίοδος που βιώνουμε είναι συγκρίσιμη με την κατάρρευση του συστήματος Bretton Woods στις αρχές της δεκαετίας του 1970, ενώ είναι καιρός οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής παγκοσμίως να κάνουν μια ευρύτερη διερεύνηση των δεδομένων.
