Γιατί συστήνει «αυξημένες θέσεις» σε μετοχές, «μειωμένες  θέσεις» στην ιδιωτική πίστωση και «ουδέτερη θέση» σε κρατικά ομόλογα, εμπορεύματα και μετρητά

«Αυξημένες θέσεις» σε μετοχές, «μειωμένες  θέσεις» στην ιδιωτική πίστωση και «ουδέτερη θέση» σε κρατικά ομόλογα, εμπορεύματα και μετρητά, συστήνει η Morgan Stanley Research σε ειδική ανάλυσή   της για τις αγορές και τις οικονομίες,  στο πλαίσιο της επενδυτικής της στρατηγικής για το β΄ εξάμηνο του έτους.

Παρά τους γεωπολιτικούς κινδύνους, οι επενδύσεις σε υποδομές τεχνητής νοημοσύνης ενισχύουν τις προοπτικές για τα περιουσιακά στοιχεία υψηλού κινδύνου, αναμένοντας μάλιστα  πως οι αμερικανικές μετοχές θα  ηγηθούν των μετοχικών αγορών με τον δείκτη σηματωρό των διεθνών μετοχικών τάσεων S&P 500 να σημειώνει  άνοδο 12% τους επόμενους 12 μήνες, απόρροια και της αύξησης των εταιρικών κερδών.  Οι  πιστωτικές αγορές από την άλλη πλευρά,  θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν προκλήσεις καθώς οι εταιρείες προχωρούν σε νέες εκδόσεις εταιρικών ομολόγων.

Καθώς οι εταιρείες αυξάνουν το χρέος τους για να χρηματοδοτήσουν τις δαπάνες για την Τεχνητή Νοημοσύνη, η αυξημένη προσφορά στις αγορές εταιρικών ομολόγων θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά την πιστωτική απόδοση.

Η συγκράτηση του πληθωρισμού και οι προσδοκίες για χαμηλότερα επιτόκια στις ΗΠΑ θα πρέπει να ασκήσουν πίεση στο δολάριο τους επόμενους μήνες, αλλά η ανάκαμψη θα μπορούσε να ξεκινήσει το 2027.

Οι τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου είναι πιθανό να παραμείνουν υψηλές για το υπόλοιπο του έτους, ακόμη και αν η διέλευση  μέσω του Στενού του Ορμούζ αρχίσει να ομαλοποιείται. Οι τιμές του πετρελαίου —και η διάρκεια των αναταραχών στις εφοδιαστικές αλυσίδες είναι πιθανό να παραμείνουν βασικοί παράγοντες που θα καθορίζουν  τις προοπτικές για τις οικονομίες  και τις χρηματοπιστωτικές αγορές. Ως αντίβαρο σε αυτούς τους κινδύνους, η αύξηση των επενδύσεων σε υποδομές τεχνητής νοημοσύνης είναι πιθανό να συνεχίσει να υποστηρίζει τις περισσότερες κατηγορίες περιουσιακών στοιχείων. Η Morgan Stanley Research αναμένει ότι οι μετοχές των ανεπτυγμένων αγορών θα κινηθούν ήπια ανοδικά τους επόμενους 12 μήνες, με επικεφαλής τις αμερικανικές μετοχές.

Αύξησε δε, τον στόχο της για τον δείκτη S&P 500 στις 8.000 μονάδες από τις 7.800 για το τέλος του 2026, ενώ η  πρόβλεψη για τα μέσα του 2027 είναι τώρα 8.300 μονάδες, αντιπροσωπεύοντας περιθώρια ανόδου  12% από τα σημερινά επίπεδα.  Ο κύριος κίνδυνος που θα μπορούσε να μεταβάλει τα δεδομένα θα μπορούσε να προκύψει από μία επιτάχυνση του πληθωρισμού σε επίπεδα που η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ δεν θα μπορούσε να αγνοήσει, οδηγώντας σε αυστηρότερες συνθήκες ρευστότητας (ανεβάζοντας τα επιτόκια).

Οι βελτιώσεις στην αύξηση των κερδών αναμένεται επίσης να στηρίξουν τις μετοχές στην Ευρώπη και την Ιαπωνία, με τον δείκτη MSCI Europe να προβλέπεται να αυξηθεί κατά 11% και τον δείκτη TOPIX της Ιαπωνίας να προβλέπεται να σημειώσει άνοδο 12% μέχρι τα μέσα του 2027.

Από την άλλη πλευρά,  η εταιρική πίστη αντιμετωπίζει πιέσεις στην προσφορά. Η πιστωτική αγορά αναμένεται να υστερήσει σε σχέση με άλλες κατηγορίες περιουσιακών στοιχείων, καθώς οι εταιρείες εκδίδουν περισσότερο χρέος για τη χρηματοδότηση επενδύσεων που σχετίζονται με την τεχνητή νοημοσύνη, ιδίως μεταξύ εκδοτών υψηλής ποιότητας στις ΗΠΑ. «Ακόμα κι αν αυτές οι εταιρείες φαίνονται οικονομικά υγιείς, οι επενδυτές μπορεί να απαιτήσουν καλύτερους όρους όταν έχουν τόσα πολλά νέα ομόλογα να διαλέξουν», εξηγούν οι αναλυτές της τράπεζας.

Πριν από ένα χρόνο, η Morgan Stanley Research προέβλεψε ότι οι συνδυασμένες κεφαλαιουχικές δαπάνες για τις πέντε μεγαλύτερες εταιρείες τεχνολογίας των ΗΠΑ θα έφταναν τα 450 δισεκατομμύρια δολάρια τόσο το 2026 όσο και το 2027. Μετά τις ανακοινώσεις των κερδών του πρώτου τριμήνου, αυτές οι εκτιμήσεις έχουν αυξηθεί απότομα – σε περίπου 800 δισεκατομμύρια δολάρια φέτος και 1,16 τρισεκατομμύρια δολάρια το 2027. «Η κλίμακα, η διάρκεια και η στρατηγική σημασία των επενδύσεων σε υποδομές τεχνητής νοημοσύνης σημαίνουν ότι η χρηματοδότησή τους θα παραμείνει καθοριστικό θέμα για τις πιστωτικές αγορές και τους επενδυτές του τομέα για τα επόμενα χρόνια», αναφέρουν οι αναλυτές της τράπεζας.

Οι προοπτικές των ευρωπαϊκών ομολόγων είναι καλύτερες από αυτές των ομολόγων των ΗΠΑ, ενώ το δολάριο θα  παραμείνει αδύναμο το δεύτερο εξάμηνο, καθώς ο δομικός πληθωρισμός των ΗΠΑ μετριάζεται, οι προσδοκίες για αυξήσεις των επιτοκίων είναι χαμηλότερες και η παγκόσμια επενδυτική διάθεση  για ανάληψη ρίσκου παραμένει ισχυρή. Οι στρατηγικοί αναλυτές  της τράπεζας προβλέπουν ότι το δολάριο ΗΠΑ θα φτάσει σε ένα χαμηλότερο σημείο και θα ξεκινήσει να  ανακάμπτει  το 2027.

Στο βασικό σενάριο της Morgan Stanley, οι εξαγωγές ενέργειας μέσω των Στενών του Ορμούζ αρχίζουν να ανακάμπτουν στις αρχές Ιουνίου. Ωστόσο, οι υποδομές  και οι λειτουργικές προκλήσεις θα  διατηρήσουν τις αγορές πετρελαίου σε ύφεση καθ’ όλη τη διάρκεια του τέταρτου τριμήνου, οδηγώντας σε υψηλότερες τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου. Ο χρυσός, ο οποίος έχει υποαποδώσει σε σχέση με άλλες κατηγορίες περιουσιακών στοιχείων από την έναρξη της σύγκρουσης, θα μπορούσε να ανακάμψει καθώς οι κεντρικές τράπεζες και τα χρηματιστηριακά διαπραγματεύσιμα αμοιβαία κεφάλαια θα ξαναρχίσουν τις αγορές και καθώς οι αγορές θα αρχίσουν να «βλέπουν» μειώσεις επιτοκίων από την  Fed.

Discover more from MarketsReport

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading