Στην 50ή θέση μεταξύ 69 οικονομιών υποχώρησε η Ελλάδα στην Παγκόσμια Επετηρίδα για την Ανταγωνιστικότητα 2025 του IMD, χάνοντας τρεις θέσεις σε σχέση με το 2024, σύμφωνα με νέο policy paper του ΚΕΦΙΜ με τίτλο «Η Ανταγωνιστικότητα της Ελληνικής και Ευρωπαϊκής Οικονομίας: Προκλήσεις και Προοπτικές». Η χώρα καταγράφει σημαντική δομική υστέρηση, καταλαμβάνοντας την 53η θέση στους πυλώνες της επιχειρηματικής, οικονομικής και κυβερνητικής αποτελεσματικότητας. Η μεγαλύτερη πτώση σημειώνεται στο επιχειρηματικό σκέλος, εξαιτίας του έντονου brain drain και της αδυναμίας των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών. Επιπλέον, για τρίτη συνεχόμενη χρονιά, η Ελλάδα αναδεικνύεται από την TMF Group ως η χώρα με τη μεγαλύτερη πολυπλοκότητα παγκοσμίως στην άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας, λόγω των διαρκών νομοθετικών αλλαγών. Αν και οι πάγιες επενδύσεις αυξήθηκαν σημαντικά την περίοδο 2021-2022 καλύπτοντας εδάφη της κρίσης, οι καθυστερήσεις σε κρίσιμες μεταρρυθμίσεις, όπως στη Δικαιοσύνη και την Εργασία, φρενάρουν τη βιώσιμη ανάπτυξη. Η μελέτη τονίζει ότι η ευρωπαϊκή χρηματοδότηση δεν αρκεί χωρίς βαθιές θεσμικές τομές.
Βασικά Συμπεράσματα:
Η Ελλάδα κατέλαβε την 50ή θέση ανάμεσα σε 69 χώρες στην Παγκόσμια Επετηρίδα για την Ανταγωνιστικότητα (World Competitiveness Yearbook-WCY) το 2025, η οποία μετράει το πόσο ανταγωνιστική είναι η οικονομία μίας χώρας διεθνώς, υποχωρώντας 3 θέσεις σε σχέση με το 2024.
Στους τρεις από τους τέσσερεις πυλώνες του δείκτη (Επιχειρηματική Αποτελεσματικότητα, Οικονομική Αποδοτικότητα, και Κυβερνητική Αποτελεσματικότητα) η Ελλάδα κατέλαβε την ίδια θέση (53η/69), καταδεικνύοντας διαρθρωτική και όχι επιμέρους
αδυναμία. Η μεγαλύτερη πτώση σημειώνεται στην Επιχειρηματική Αποτελεσματικότητα (πτώση 9 θέσεων), αντιστρέφοντας τη βελτίωση του 2024. Ως κύριες αιτίες της πτώσης καταγράφονται το brain drain (64η/69) και η υστέρηση στις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες (61η/69). Η δημοσιονομική εξυγίανση δεν έχει μεταφραστεί σε μείωση κόστους κεφαλαίου (60η/69) ή βελτίωση των υποδομών (40η/69 για τρίτη συνεχόμενη χρονιά), καταδεικνύοντας ένα χάσμα μεταξύ μακροοικονομικής και θεσμικής ανταγωνιστικότητας.
Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Δείκτη Επιχειρηματικής Πολυπλοκότητας (GBCI 2026) της TMF Group, η Ελλάδα κατατάσσεται για τρίτο συνεχόμενο έτος ως η χώρα με τη μεγαλύτερη πολυπλοκότητα παγκοσμίως σε ό,τι αφορά την άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας, κυρίως λόγω των συχνών νομοθετικών αλλαγών και των συνεχιζόμενων ρυθμιστικών μεταρρυθμίσεων οι οποίες αδυνατούν να δημιουργήσουν ένα σταθερό επιχειρηματικό περιβάλλον.
Σε επίπεδο παγίων επενδύσεων, η Ελλάδα κατά την περίοδο 2021–2025 κατέγραψε ρυθμούς αύξησης του Ακαθάριστου Σχηματισμού Παγίου Κεφαλαίου (ΑΣΠΚ) σαφώς υψηλότερους από τον αντίστοιχο μέσο όρο της ΕΕ-27, φτάνοντας το +21,8% το 2021 και το +21,9% το 2022, έναντι +4,1% και +2,1% για το σύνολο της Ένωσης. Η εξέλιξη αυτή αντανακλά εν μέρει την αναπλήρωση του επενδυτικού κεφαλαίου που χάθηκε κατά τη δεκαετία της κρίσης, αλλά όχι ακόμη μια διατηρήσιμη συσσώρευση νέου παραγωγικού κεφαλαίου σε επίπεδα συγκρίσιμα με εκείνα των ευρωπαίων εταίρων.
Στον δείκτη Εφαρμογής της Έκθεσης Επιτροπής Πισσαρίδη οι τομείς με τη μεγαλύτερη υστέρηση, δηλαδή αυτοί της Δικαιοσύνης, της Εργασίας, και της Χρηματοδότησης, είναι ακριβώς αυτοί που καθορίζουν τη μετατροπή των επενδύσεων σε βελτίωση της ανταγωνιστικότητας.
Το Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο (ΠΔΠ) 2028–2034 επικαλείται την Έκθεση Draghi για να δικαιολογήσει ψηφιακές επιδοτήσεις ύψους €51,5 δισ. Παρόλα αυτά, όπως καταδεικνύει η ίδια η Έκθεση, ο κατακερματισμός των κεφαλαιαγορών και τα ρυθμιστικά εμπόδια παραμένουν τα βαθύτερα αίτια του προβλήματος.