Ο Ian Bremmer,  πρόεδρος και Ιδρυτής των Eurasia Group/ GZERO, παρατηρεί πως προς το παρόν η νέα αντιπαράθεση ΗΠΑ-Ιράν μοιάζει σχεδόν όπως ήταν πριν από το Μνημόνιο Κατανόησης. Το αν οδηγούμαστε σε  παρατεταμένη αντιπαράθεση ή  σε περεταίρω κλιμάκωση είναι ένα ερώτημα, αλλά τα κίνητρα και των δύο πλευρών δείχνουν να μειώνουν τις προοπτικές μίας  βραχυπρόθεσμης αποκλιμάκωσης, αυξάνοντας τις προοπτικές μίας ενδεχομένως πιο θερμής – σύγκρουσης.

Αυτό που επιδιώκει η Τεχεράνη δεν είναι τα παγωμένα περιουσιακά στοιχεία ή η άρση των κυρώσεων που υποσχέθηκε το Μνημόνιο, αλλά ακρογωνιαίος λίθος της στρατηγικής της είναι ο μόνιμος, θεσμοθετημένος έλεγχος και η αποκόμιση εσόδων από τα Στενά του Ορμούζ. Από την πλευρά του, ο Τραμπ δεν θέλει να εμπλακεί σε έναν «αιώνιο πόλεμο», αλλά αφού το Μνημόνιο Συνεργασίας του Ιουνίου του εξασφάλισε λίγο περισσότερο από μερικές εβδομάδες ησυχίας, αποφάσισε ότι δεν έχει και μεγάλη όρεξη για μια ακόμη άθλια συμφωνία.

Η επόμενη ημέρα, όταν τελικά επέλθει,  είναι πιθανό να περιλαμβάνει κάποια μορφή θεσμοθετημένου ιρανικού ελέγχου επί των Στενών, με βάση το πρότυπο του ρόλου της Τουρκίας στα Δαρδανέλια ή του ρόλου της Μαλαισίας και της Σιγκαπούρης στα Στενά της Μαλάκας. Το Ομάν ως διαμεσολαβητής εξετάζει τη δημιουργία ενός μόνιμου μηχανισμού διαχείρισης των Στενών του Ορμούζ, ώστε να αποκατασταθεί η ασφαλής ναυσιπλοΐα χωρίς να θεωρηθεί ότι το Ιράν επιβάλλει αυθαίρετα «διόδια», ενώ για τη χρηματοδότηση των υπηρεσιών εξετάζεται η δημιουργία ενός κοινού ταμείου, στο οποίο θα συνεισφέρουν οι χώρες του Κόλπου. Προς  το παρόν πάντως, ούτε η Ουάσιγκτον ούτε η Τεχεράνη είναι έτοιμες για συμφωνία: το Ιράν εξακολουθεί να θέλει κάτι περισσότερο από μια ονομαστική αμοιβή διαχείρισης και μια θέση σε ένα συλλογικό ταμείο (διόδια ανά πλοίο και αναγνωρισμένη μόνιμη αρχή) και ο Τραμπ δεν θα υπογράψει τίποτα που μοιάζει με επιβράβευση της ιρανικής επιθετικότητας (ξανά). Πιθανότατα θα χρειαστεί ένας πολύ μεγαλύτερος και πιο επώδυνος διπλός αποκλεισμός ή ένας καταστροφικός γύρος κλιμάκωσης, πριν είναι πρόθυμοι να καταλήξουν σε κάποιον  συμβιβασμό.

Αναλυτές της αγοράς, παρατηρούσαν πως ο  πόλεμος έχει εξελιχθεί σε μια μάχη για τον έλεγχο των Στενών του Ορμούζ και το  κρίσιμο ερώτημα είναι τι θα συμβεί εάν η διέλευση πάψει στην πράξη να θεωρείται ελεύθερη και μετατραπεί σε υπηρεσία για την οποία τα εμπορικά πλοία θα πρέπει να πληρώνουν, κάτι που θα μπορούσε να δημιουργήσει ένα επικίνδυνο προηγούμενο, αυξάνοντας μόνιμα το κόστος του διεθνούς θαλάσσιου εμπορίου, ένα κόστος που τελικά θα επιβαρύνει τους καταναλωτές. Ακόμη και ένα σύστημα στο οποίο τα τέλη θα εισπράττονταν από τρίτη χώρα, όπως το Ομάν, θα μπορούσε να δημιουργήσει σοβαρές νομικές και ασφαλιστικές αβεβαιότητες.

Όπως και να ‘χει, το προπολεμικό καθεστώς των Στενών του Ορμούζ  πιθανός να αποτελεί παρελθόν, ενώ ό,τι και να το αντικαταστήσει θα  θα αποτυπώνει  τη νέα και αμφισβητούμενη ισορροπία δυνάμεων στην περιοχή. Εάν μια χώρα όμως μπορέσει να μετατρέψει τη γεωγραφική της θέση σε μόνιμη πηγή εσόδων, επιβάλλοντας χρεώσεις σε μια κρίσιμη διεθνή θαλάσσια δίοδο, το παράδειγμα θα μπορούσε να βρει μιμητές, ενώ σύμφωνα με εκτιμήσεις  η δυνητική ετήσια αξία των «διοδίων» σε δέκα από τα σημαντικότερα θαλάσσια περάσματα του κόσμου θα μπορούσε να ξεπεράσει τα 136 δισ. δολάρια. Σε κάθε περίπτωση, όπως  εκτιμούν οι αναλυτές, ένας κόσμος στον οποίο τα στρατηγικά θαλάσσια περάσματα μετατρέπονται σε πηγές εσόδων και γεωπολιτικής πίεσης θα ήταν, ακριβότερος, περισσότερο κατακερματισμένος και πιθανότατα πιο στρατιωτικοποιημένος, ενώ ο λογαριασμός θα έφτανε, μέσω των ναύλων, της ενέργειας και των εμπορευμάτων, έως τον τελικό καταναλωτή.

Η νέα γεωπολιτική κανονικότητα

Η αναζωπύρωση των εντάσεων στα Στενά του Ορμούζ σηματοδοτεί μια νέα, ιδιαίτερα επικίνδυνη φάση για την ενεργειακή αγορά, η οποία πλέον δεν διαθέτει τα αποθέματα που είχαν συμβάλει στην αποτροπή μιας ευρύτερης οικονομικής κρίσης κατά την αρχική φάση του πολέμου, ενώ δεικνύει πως η ταχύτητα και η έκταση των γεωπολιτικών αναταραχών αποτελούν πλέον μία «νέα κανονικότητα» για τις αγορές και την παγκόσμια οικονομία, η οποία πάντως έχει αποδειχθεί αξιοσημείωτα ανθεκτική, αναφέρουν αναλυτές κορυφαίων επενδυτικών οίκων και δεξαμενών σκέψεις.
Για την Oxford Economics, με τις προοπτικές για μια μόνιμη ειρήνη μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν να απομακρύνονται, το πιθανότερο σενάριο είναι μια μακροχρόνια μείωση της χρήσης των Στενών του Ορμούζ. Ούτε οι Ηνωμένες Πολιτείες ούτε το Ιράν επιθυμούν να διατηρήσουν τα Στενά πλήρως κλειστά. Δεδομένης της βαθιάς αμοιβαίας δυσπιστίας και της απροθυμίας και των δύο πλευρών να προχωρήσουν σε ουσιαστικές παραχωρήσεις, οι παρατεταμένες εντάσεις μοιάζουν αναπόφευκτες.
Εναλλακτικές
Ως αποτέλεσμα, οι ναυτιλιακές εταιρείες θα περιορίσουν ή ακόμη και θα διακόψουν τα ταξίδια μέσω των Στενών, ενώ τα κράτη του Κόλπου θα εντείνουν τις προσπάθειές τους να αναπτύξουν εναλλακτικές διαδρομές μεταφοράς, μειώνοντας σταδιακά τη στρατηγική σημασία των Στενών του Ορμούζ. Το πιθανότερο σενάριο είναι πως τα χαμηλά και μεταβαλλόμενα επίπεδα κυκλοφορίας μέσω των Στενών θα προκαλούν κατά διαστήματα έντονες αυξήσεις στις τιμές, διατηρώντας τη μέση τιμή του Brent πάνω από τα 80 δολ./βαρέλι για αρκετά τρίμηνα. Στο αρνητικό σενάριο μιας «παρατεταμένης αναταραχής», που οδηγεί στο ουσιαστικό κλείσιμο των Στενών, η τιμή του πετρελαίου θα κυμανθεί στα 130 δολ./βαρέλι και η παγκόσμια ανάπτυξη θα πέσει κάτω από 2%.
Το κεντρικό σενάριο της Capital Economics θέλει τις τιμές του πετρελαίου Brent που έχουν αυξηθεί 12% τις τελευταίες ημέρες, κυμαίνονται το τρίτο τρίμηνο στα 80 δολ. και το τέταρτο στα 75 δολ., ενώ αν τα Στενά παραμείνουν κλειστά οι τιμές θα μπορούσαν να αυξηθούν στα 120 δολ. φέρνοντας στα όρια της ύφεσης πολλές οικονομίες, την ώρα που οι στασιμοπληθωριστικές πιέσεις θα οδηγήσουν σε πρόσθετες αυξήσεις επιτοκίων. Για τη Citi, αν και βραχυπρόθεσμα οι πιθανότητες στρατιωτικής κλιμάκωσης στην περιοχή έχουν αυξηθεί, στο βασικό της σενάριο θεωρεί ότι «το βασικό ερώτημα δεν είναι αν, αλλά πότε θα υπάρξει ένα MoU 2».
Η ελληνική οικονομία
Σε αυτό το περιβάλλον, ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ της Ελλάδας έχει δείξει τάσεις μικρής υποχώρησης σε σχέση με ό,τι αναμενόταν πριν από έναν χρόνο, παραμένοντας όμως ταυτόχρονα υψηλότερα από τον μέσο όρο της ευρωζώνης, παρατηρεί το ΙΟΒΕ, αναμένοντας ανάπτυξη 1,8% εφέτος και 2% το 2027 (από 2,2% το 2025). Συνολικά, η ελληνική οικονομία έχει πληγεί σε έναν βαθμό από τις αναταράξεις στο ευρωπαϊκό και παγκόσμιο περιβάλλον, χωρίς όμως αυτές να την εκτρέψουν, ενώ οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, οι προκλήσεις στην ευρύτερη παγκόσμια οικονομία, οι αποφάσεις οικονομικής πολιτικής κατά την εγχώρια προεκλογική περίοδο, καθώς και οι συνεχιζόμενες παρεμβάσεις για τη βελτίωση της παραγωγικότητας και ανταγωνιστικότητας θα καθορίσουν την πορεία της μεσοπρόθεσμα.
Εως τον Φεβρουάριο του 2026, περίπου το ένα πέμπτο του παγκόσμιου θαλάσσιου εμπορίου πετρελαίου (λιπασμάτων), καθώς και σημαντικές ροές λοιπών ενδιάμεσων προϊόντων, διερχόταν από τα Στενά του Ορμούζ. Με εξαίρεση μικρή ανάκαμψη προς το τέλος Ιουνίου, στο διάστημα Μαρτίου – Ιουλίου 2026 οι διελεύσεις εμπορικών πλοίων από τα Στενά παρέμειναν μειωμένες κατά περίπου 90%.
Για την Ελλάδα, οι επιπτώσεις ήταν άμεσες. Πριν την κρίση, περίπου το 25% των ελληνικών εισαγωγών καυσίμων προερχόταν από χώρες του Κόλπου. Το δίμηνο Μαρτίου – Απριλίου 2026 καταγράφηκε μείωση του όγκου ελληνικών εισαγωγών ενεργειακών προϊόντων από τις χώρες του Κόλπου κατά 25,6%, χωρίς ωστόσο να περιοριστούν οι συνολικές εισαγωγές ενεργειακών προϊόντων. Μεταβλήθηκε, έστω και προσωρινά, η διάρθρωση των χωρών προέλευσης των ελληνικών εισαγωγών ενεργειακών προϊόντων, με μείωση του μεριδίου εισαγωγών από το Ιράκ και αύξηση του μεριδίου από Σαουδική Αραβία και ΗΠΑ.

Προσθήκη του MarketsReport.gr στην Google

Discover more from MarketsReport

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading