Οι προσδοκίες και οι κίνδυνοι που εντοπίζουν οι αναλυτές
Με τις γεωπολιτικές ανησυχίες να εντείνονται, καθώς πέρα από τα Στενά του Ορμούζ, η προσοχή στρέφεται και στα στενά του Μπαμπ ελ Μαντέμπ γνωστά και ως «Πύλες των Δακρύων», οδηγώντας τις τιμές του πετρελαίου Brent στην περιοχή των 100 δολαρίων, οι πληθωριστικές προσδοκίες και τα αυξημένα στοιχήματα των traders για τα επιτόκια, αυξάνουν το επενδυτικό ρίσκο των αγορών. Οι συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή και η άνοδος του πετρελαίου οδήγησε σε αύξηση των αποδόσεων των ομολόγων αλλά και των φόβων πως αργά η γρήγορα οι πιέσεις θα περάσουν και στις μετοχικές αγορές.
Τρεις διαφορετικές εστίες πληθωριστικών πιέσεων δοκιμάζουν εκ νέου τις αντοχές της παγκόσμιας οικονομίας, την ώρα που οι κεντρικές τράπεζες πίστευαν ότι είχαν αρχίσει να κερδίζουν τη μάχη απέναντι στις αυξήσεις των τιμών.
Το πετρέλαιο ξεπέρασε τα 100 δολάρια το βαρέλι, ο Donald Trump επανέφερε στο τραπέζι εκτεταμένους δασμούς στις εισαγωγές, ενώ οι τεχνολογικοί κολοσσοί συνεχίζουν να διοχετεύουν πρωτοφανή κεφάλαια στην τεχνητή νοημοσύνη. Ο συνδυασμός αυτός ενισχύει το κόστος σε ολόκληρη την εφοδιαστική αλυσίδα και αναζωπυρώνει τις ανησυχίες ότι ο πληθωρισμός μπορεί να αποδειχθεί πολύ πιο επίμονος από όσο υπολόγιζαν αγορές και κυβερνήσεις.
Οι επενδυτές έχουν ήδη αρχίσει να προσαρμόζονται στη νέα πραγματικότητα. Οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων καταγράφουν ισχυρή άνοδο, καθώς περιορίζονται οι προσδοκίες για χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής, ενώ οι μετοχές υποχωρούν μερικώς. Η γεωπολιτική κινεί εξάλλου την οικονομία και όχι το αντίστροφο, λένε οι αναλυτές.
Η άνοδος του ενεργειακού κόστους μεταφέρεται σχετικά γρήγορα στην πραγματική οικονομία, μέσω των καυσίμων, των μεταφορών, της ηλεκτρικής ενέργειας και του κόστους παραγωγής. Όσο περισσότερο παραμένουν οι τιμές σε υψηλά επίπεδα, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος οι ανατιμήσεις να επεκταθούν σε μεγαλύτερο μέρος του καταναλωτικού καλαθιού.
Οι κεντρικές τράπεζες και οι χρηματοπιστωτικές αγορές αντιμετωπίζουν και πάλι το σενάριο αρνητικού σοκ προσφοράς, το οποίο ήλπιζαν να είχαν αποφύγει όταν οι ΗΠΑ και το Ιράν υπέγραψαν την ενδιάμεση συμφωνία, ενώ οι στασιμοπληθωριστικές τάσεις επέστρεψαν, ανέφεραν αναλυτές της Barclays.
Παρά το γεγονός ότι ο πόλεμος στο Ιράν έχει ήδη διαρκέσει περισσότερο από ότι αναμενόταν, εντούτοις η Capital Economics, σημειώνει πως το πλήγμα στην αγορά ενέργειας και την παγκόσμια οικονομία ήταν περιορισμένο. Αν και προειδοποιεί ότι αυτή η ανθεκτικότητα θα δοκιμαστεί εάν δεν ανοίξουν τα Στενά του Ορμούζ, εντούτοις, η εμπειρία των τελευταίων μηνών δεικνύει ότι μια παγκόσμια ύφεση και ένας μεγάλος κύκλος αύξησης των επιτοκίων είναι λιγότερο πιθανά από ό,τι πολλοί πιστεύουν. Ωστόσο, μια σύγκρουση χωρίς τέλος δεν είναι σε καμία περίπτωση αναπόφευκτη, τονίζει ο οίκος.
Για την BlackRock, οι ανανεωμένες συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή έχουν καταστήσει το μακροοικονομικό σκηνικό πιο εύθραυστο – «αλλά όχι αρκετά», όπως αναφέρει σε σημείωμά της προς τους επενδυτές, για να μεταβάλει τη θετική της στάση για τις ριψοκίνδυνες αξίες, καθώς η ανθεκτική ανάπτυξη και η συγκράτηση του πληθωρισμού παραμένουν το βασικό της σενάριο. Μπορεί η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή έχει κλιμακωθεί, η αγορά πετρελαίου αφηγείται, όπως αναφέρει, μια πιο μετρημένη ιστορία. Ενώ οι τιμές του πετρελαίου Brent έχουν αυξηθεί κατά 14% προσφάτως, η καμπύλη των συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης υποδηλώνει ότι οι επενδυτές αναμένουν μια προσωρινή αναταραχή και όχι ένα παρατεταμένο σοκ προσφοράς. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του επενδυτικού κολοσσού η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή θα μειώσει κατά περίπου 0,4% το παγκόσμιο ΑΕΠ το 2026, με τις περίπου 0,3 ποσοστιαίες μονάδες να έχουν ήδη τιμολογηθεί πλήρως από την αγορά. Ενώ η αβεβαιότητα έχει αυξηθεί, συστήνει αυξημένη θέση στις μετοχές αλλά συστήνει στους επενδυτές να είναι ευέλικτοι και προετοιμασμένοι να προσαρμοστούν καθώς τα γεγονότα και οι αγορές εξελίσσονται.
Αναλυτές της Moody’s Analytics πάλι, βλέπουν το «ποτήρι μισογεμάτο» καθώς και οι δύο πλευρές, είτε για να αποφύγουν την αιματοχυσία είτε λόγω οικονομικών και χρηματοοικονομικών κριτηρίων, θα αποφύγουν έναν ολοκληρωτικό πόλεμο, αν όχι, το ήδη καυτό καλοκαίρι, θα μπορούσε να γίνει ακόμη πιο δύσκολο για τις αγορές.
Για την Oxford Economics, με τις προοπτικές για μια μόνιμη ειρήνη μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν να απομακρύνονται, το πιθανότερο σενάριο είναι μια μακροχρόνια μείωση της χρήσης των Στενών του Ορμούζ. Δεδομένης της βαθιάς αμοιβαίας δυσπιστίας και της απροθυμίας και των δύο πλευρών να προχωρήσουν σε ουσιαστικές παραχωρήσεις, οι παρατεταμένες εντάσεις μοιάζουν αναπόφευκτες. Στο βασικό σενάριο, η μέση τιμή του Brent θα κυμανθεί πάνω από τα 80 δολ./βαρέλι για αρκετά τρίμηνα. Στο αρνητικό σενάριο μιας «παρατεταμένης αναταραχής», που οδηγεί στο ουσιαστικό κλείσιμο των Στενών, η τιμή του πετρελαίου θα κυμανθεί στα 130 δολ./βαρέλι και η παγκόσμια ανάπτυξη θα πέσει κάτω από 2%.
Η παγκόσμια οικονομία έχει υποστεί ένα σημαντικό σοκ από τις υψηλότερες τιμές του πετρελαίου που ακολούθησαν το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, επηρεάζοντας το επενδυτικό τοπίο, αν και ο πόνος μέχρι σήμερα παρέμεινε διαχειρίσιμος, καθώς η παγκόσμια ανθεκτικότητα έχει οδηγήσει σε απώλειες μόνο κατά μερικά δέκατα το παγκόσμιο ΑΕΠ, παρατηρεί η Citi. Η πραγματικότητα είναι, αναφέρει ότι η παγκόσμια οικονομία εξαρτάται λιγότερο από το πετρέλαιο από ό,τι στις προηγούμενες δεκαετίες. Επιπλέον, μόνο ένα μέρος της σημαντικής συσσώρευσης των αποθεμάτων του περασμένου έτους έχει καταναλωθεί με αποτέλεσμα τα παγκόσμια αποθέματα να παραμένουν ακόμη σε ικανοποιητικά επίπεδα.
Σε ξεχωριστεί ανάλυσή της αφού σημειώνει ότι οι αγορές εμπορευμάτων επηρεάζονται πλέον περισσότερο από γεωπολιτικά, κλιματικά και τεχνολογικά σοκ σε σχέση με την παραδοσιακή προσφορά-ζήτηση, καθώς γεγονότα που κάποτε θεωρούνταν ότι συμβαίνουν «μία φορά στα πέντε ή στα δέκα χρόνια» τώρα εμφανίζονται κάθε ένα έως δύο χρόνια, καταγράφει εννέα πιθανά σοκ που θα μπορούσαν να καθορίσουν τις προοπτικές τους για το β΄ εξάμηνο του 2026 και μετά:
1.Η σύγκρουση ΗΠΑ-Ιράν μετατρέπεται από προσωρινό σοκ σε πολυετή αναταραχή με άμεσο αντίκτυπο στην στην παραγωγή πετρελαίου των χωρών στα Στενά του Ορμούζ και Μπαμπ Ελ Μαντέμπ, οδηγώντας την τιμή του αργού πετρελαίου πάνω από τα 150δολάρια/βαρέλι, τα διυλισμένα προϊόντα πάνω από τα 200 δολάρια/βαρέλι και την λιανική τιμή πώλησης της βενζίνης στις ΗΠΑ πάνω από τα 6 δολάρια/γαλόνι.
2.Η κλιμάκωση του πολέμου Ρωσίας και Ουκρανίας οδηγεί σε νέους περιορισμούς στις εξαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου με άμεσο αντίκτυπο στην παγκόσμια αγορά.
3.Η συσσώρευση κρίσιμων ορυκτών οδηγεί τον χαλκό πάνω από τα 20.000 δολάρια/τόνο.
4.Η τιμή του χρυσού υποχωρεί κατά 15%-20% βραχυπρόθεσμα, πριν διπλασιαστεί.
5.Το Ελ Νίνιο και άλλα ακραία καιρικά φαινόμενα, οδηγούν σε απότομες αυξήσεις στις τιμές των γεωργικών προϊόντων, π.χ. το κακάο ξεπερνάει τα 10.000 δολάρια/τόνο
6.Η άνθηση και η ύφεση της Τεχνητής Νοημοσύνης ωθούν την ηλεκτρική ενέργεια, το φυσικό αέριο, το ουράνιο και επιλεγμένα μέταλλα όπως ο χαλκός και το αλουμίνιο προς τη μία κατεύθυνση, και τον χρυσό προς την άλλη.
7. Ο εμπορικός πόλεμος ΗΠΑ-Κίνας συνεχίζεται, πλήττοντας τους Αμερικανούς αγρότες και τις εξαγωγές γεωργικών προϊόντων των ΗΠΑ, οι οποίες θα μπορούσαν να ωθήσουν το καλαμπόκι κάτω από τα 4,2 δολάρια/κυβικό μέτρο και τη σόγια κάτω από τα 10 δολάρια/κυβικό μέτρο.
8. Το 2030, η υπερπροσφορά υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) στον ρωσικό αγωγό Power of Siberia 2 προς την Κίνα, μειώνει τις παγκόσμιες τιμές LNG, όπως το JKM, στα 5-6 δολάρια/MMBtu.
9.Το Δόγμα Μονρόε, λαμβάνει ακραία μορφή, καθώς οι ΗΠΑ μπλοκάρουν όλες τις εξαγωγές πετρελαίου της αμερικανικής ηπείρου, οδηγώντας τις παγκόσμιες τιμές πετρελαίου πολύ πάνω από τα 100 δολάρια/βαρέλι, ενώ οι αμερικανικές τιμές αναφοράς ενδέχεται να μειωθούν πάνω από 30 δολάρια/βαρέλι.
Η Berenberg από την πλευρά της πάλι, βλέπει πως αναδύεται και ένας νέος κίνδυνος που αφορά στην πρόθεση της κυβέρνησης της να ενθαρρύνει τους Ιάπωνες επενδυτές, των οποίων τα κεφάλαια έχουν τοποθετηθεί στο εξωτερικό σε μεγάλη κλίμακα τις τελευταίες δεκαετίες, ώστε να επενδύσουν πλέον περισσότερα χρήματά στην εγχώρια αγορά. Ενώ οι ιαπωνικές αγορές μετοχών και ομολόγων, καθώς και το γιεν, είναι πιθανό να επωφεληθούν από την υψηλότερη εγχώρια ζήτηση από τους επενδυτές, αυτή η μετατόπιση θέτει σημαντικές προκλήσεις για τις αγορές ιδίως των ομολόγων του υπόλοιπου κόσμου.
Αυτό συμβαίνει επειδή, μετά από χρόνια εκτεταμένων εξαγωγών κεφαλαίων, η Ιαπωνία έχει γίνει ένας από τους σημαντικότερους διεθνείς πιστωτές των βιομηχανικών χωρών. Αν και η ταχύτητα και η κλίμακα των σχεδίων επαναπατρισμού των ιαπωνικών κεφαλαίων βάση των κινήτρων της κυβέρνησης Τακαΐτσι θα λάβουν συγκεκριμένη μορφή τους επόμενους μήνες, η απόσυρση ιαπωνικών κεφαλαίων έχει -τουλάχιστον στα χαρτιά- τη δυνατότητα να αυξήσει τα ασφάλιστρα κινδύνου των παγκόσμιων κρατικών ομολόγων.