Σημείωμα του γραφείου οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων της ελληνικής πρεσβείας στο Παρίσι
Η άνοδος των spreads στα γαλλικά ομόλογα μεταδίδει πιέσεις στο πιστωτικό προφίλ των γαλλικών τραπεζών, σύμφωνα με ειδικό σημείωμα του Γραφείου Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων της ελληνικής πρεσβείας στο Παρίσι.
Μετά την παρουσίαση των βασικών αξόνων του σχεδίου προϋπολογισμού για το 2027 από τον Πρωθυπουργό, κ. Sébastien Lecornu, στα μέσα Σεπτεμβρίου, καταγράφεται μια σαφής τάση μετάδοσης των πιέσεων από τα γαλλικά δεκαετή κρατικά ομόλογα (Obligations Assimilables du Trésor – OAT) στο πιστωτικό προφίλ των γαλλικών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, αναφέρει ειδικό σημείωμα του γραφείου οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων της ελληνικής πρεσβείας στο Παρίσι.
Το κλίμα αυτό επιτείνεται από την επιφυλακτικότητα των διεθνών αγορών, καθώς το περιθώριο απόδοσης (spread) μεταξύ του γαλλικού OAT και του γερμανικού Bund έχει ανέλθει στα υψηλότερα επίπεδα από την ευρωπαϊκή κρίση χρέους του 2012. Σύμφωνα με αναλυτές της αγοράς, το επασφάλιστρο κρατικού κινδύνου (prime de risque pays) έχει αρχίσει να ενσωματώνεται στο κόστος ασφάλισης έναντι αθέτησης πληρωμών (Credit Default Swaps – CDS) των κύριων γαλλικών τραπεζών.
Η άνοδος των CDS στις γαλλικές τράπεζες
Η εν λόγω δυναμική αποτυπώνεται εντονότερα στην αγορά των τίτλων μειωμένης εξασφάλισης (dette subordonnée, κατηγορίας AT1 και Tier 2). Λόγω της δομής τους, καθώς αποπληρώνονται μετά τους προνομιούχους πιστωτές σε περίπτωση αφερεγγυότητας, οι συγκεκριμένοι τίτλοι παρουσιάζουν μεγαλύτερη ευαισθησία στις μακροοικονομικές και πολιτικές διακυμάνσεις. Ενώ μέχρι το τέλος του καλοκαιριού οι αποδόσεις των γαλλικών τίτλων ακολουθούσαν την πορεία του ευρωπαϊκού δείκτη αναφοράς, από τα μέσα Σεπτεμβρίου παρατηρείται σημαντική απόκλιση.
Ενδεικτικά, ενώ ο αντίστοιχος ευρωπαϊκός δείκτης αναφοράς διαμορφώνεται στις 112,7 μονάδες βάσης, τα πενταετή CDS επί χρέους μειωμένης εξασφάλισης (subordinated CDS) των κυριότερων γαλλικών τραπεζικών ομίλων — BNP Paribas, Société Générale και Crédit Agricole — έχουν ανέλθει στα υψηλότερα επίπεδα του τελευταίου έτους. Ειδικότερα, από τα μέσα Σεπτεμβρίου καταγράφουν διεύρυνση της τάξεως των 40 μονάδων βάσης και διαμορφώνονται πλέον μεταξύ 131 και 141 μονάδων βάσης. Αντίστοιχη ανοδική τάση καταγράφεται και στον ασφαλιστικό όμιλο AXA, γεγονός που υποδηλώνει ότι οι πιέσεις δεν περιορίζονται στον τραπεζικό κλάδο.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Axiom Alternative Investments (Axiom AI), η παράλληλη αυτή κίνηση, σε συνδυασμό με τα κατά τα λοιπά ισχυρά θεμελιώδη μεγέθη των ευρωπαϊκών τραπεζών, συνηγορεί υπέρ της εκτίμησης ότι οι παρατηρούμενες πιέσεις δεν απορρέουν πρωτίστως από προβλήματα ρευστότητας ή χρηματοδότησης των γαλλικών τραπεζών, αλλά αντανακλούν ευρύτερη επανατιμολόγηση του γαλλικού κρατικού κινδύνου και τη σταδιακή διάχυσή του στο σύνολο του χρηματοπιστωτικού τομέα.
Ως αποτέλεσμα των ανωτέρω, το πιστωτικό ρίσκο των γαλλικών τραπεζών υπερβαίνει πλέον εκείνο ορισμένων βασικών ευρωπαίων ανταγωνιστών τους. Βάσει δεδομένων της αγοράς, το κόστος ασφάλισης για το κύριο χρέος (dette senior) της Société Générale ξεπερνά το αντίστοιχο της Deutsche Bank, ενώ αναλόγως υψηλότερα spreads έναντι γερμανικών, βρετανικών, ισπανικών και ελβετικών ιδρυμάτων καταγράφουν τόσο η BNP Paribas όσο και η Crédit Agricole. Η εξέλιξη αυτή τροφοδοτείται από την αυξανόμενη ανησυχία του διεθνούς οικονομικού τύπου, ιδίως σε ΗΠΑ, Ηνωμένο Βασίλειο και Γερμανία, ο οποίος εστιάζει στο υψηλό δημόσιο χρέος της Γαλλίας (118% του ΑΕΠ) και την απουσία δημοσιονομικών πλεονασμάτων, χαρακτηρίζοντας ενίοτε τη χώρα ως τον αδύναμο κρίκο της Ευρωζώνης.
Ο κρατικός κίνδυνος και ο ρόλος της ΕΚΤ
Ωστόσο, θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι τα τρέχοντα επίπεδα διατηρούνται σε διαχειρίσιμα πλαίσια και απέχουν σημαντικά από τις ιστορικές περιόδους έντονης κρίσης. Κατά την κρίση της Ευρωζώνης το 2012, τα spreads στη μειωμένης εξασφάλισης τραπεζική ομολογιακή αγορά προσέγγιζαν τις 500 έως 600 μονάδες βάσης, ενώ τα σημερινά δεδομένα υπολείπονται επίσης των επιπέδων που καταγράφηκαν κατά τις αναταράξεις του Μαρτίου 2023. Η τρέχουσα αυξητική τάση ερμηνεύεται κυρίως ως προληπτική ενσωμάτωση εκ μέρους των επενδυτών του ενδεχόμενου αυξημένου κόστους κινδύνου σε περίπτωση οικονομικής επιβράδυνσης ή κλιμάκωσης της πολιτικής αστάθειας. Σε περίπτωση, πάντως, σημαντικής περαιτέρω επιδείνωσης των συνθηκών και, ιδίως, εφόσον οι πιέσεις στη γαλλική αγορά ομολόγων αποκτούσαν χαρακτηριστικά ευρύτερης μετάδοσης στην Ευρωζώνη, η ύπαρξη των διαθέσιμων εργαλείων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας θα μπορούσε να λειτουργήσει ως παράγοντας σταθεροποίησης των προσδοκιών.
Ενδεχόμενη ενεργοποίηση του Transmission Protection Instrument (TPI), ωστόσο, δεν θεωρείται αυτόματη, καθώς προϋποθέτει τη διαπίστωση αδικαιολόγητων και άτακτων συνθηκών στην αγορά που απειλούν τη μετάδοση της ενιαίας νομισματικής πολιτικής, ενώ συνεκτιμάται και η συμμόρφωση της οικείας χώρας με το ευρωπαϊκό δημοσιονομικό πλαίσιο.
Moody’s: Οι πιθανές επιπτώσεις στις αξιολογήσεις των τραπεζών
Η προσοχή του χρηματοπιστωτικού κλάδου στρέφεται πλέον στην επικείμενη αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας της Γαλλίας από τον οίκο Moody’s, η οποία έχει προγραμματιστεί για τις 23 Οκτωβρίου. Το γαλλικό αξιόχρεο αξιολογείται επί του παρόντος στη βαθμίδα Aa3 με αρνητική προοπτική.
Ενδεχόμενη υποβάθμιση του κρατικού αξιόχρεου ή διατήρηση της αρνητικής προοπτικής, εκτιμάται ότι δύναται να ασκήσει μεσοπρόθεσμες πιέσεις στις αξιολογήσεις των γαλλικών τραπεζών. Η κρατική αξιολόγηση λειτουργεί παραδοσιακά ως ανώτατο όριο, αντανακλώντας την ικανότητα του κράτους να παράσχει θεσμική και οικονομική στήριξη σε περίπτωση κρίσης και αποτελεί έναν δείκτη που προσμετράται άμεσα στην αξιολόγηση ιδρυμάτων όπως η Société Générale, η Crédit Mutuel και η BPCE.
Παρά ταύτα, αρμόδια στελέχη του οίκου Moody’s διευκρινίζουν ότι μια πιθανή υποβάθμιση της Γαλλίας δεν συνεπάγεται αυτομάτως αντίστοιχη υποβάθμιση των τραπεζικών ιδρυμάτων. Η εσωτερική αξιολόγηση των τραπεζών συνεκτιμά ευρύτερους μακροοικονομικούς παράγοντες, συμπεριλαμβανομένων των επιπτώσεων από τον ρυθμό ανάπτυξης, τις πληθωριστικές πιέσεις, το κόστος της ενέργειας, καθώς και τη συνολική ζήτηση για πιστώσεις και επενδύσεις.
Οι δημοσιονομικές πιέσεις στη Γαλλία και οι ευρωπαϊκές ισορροπίες
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, οι πολιτικές και δημοσιονομικές εξελίξεις στη Γαλλία παρακολουθούνται στενά, δεδομένης της βαρύτητας της χώρας στην ΕΕ και των ενδεχόμενων επιπτώσεών τους στις ευρωπαϊκές ισορροπίες, καθώς η Γαλλία εισέρχεται σταδιακά και στην περίοδο που οδηγεί στις προεδρικές εκλογές του 2027. Παρά τις δημοσιονομικές προκλήσεις, η Γαλλία εξακολουθεί να διατηρεί σημαντική επιρροή στα ευρωπαϊκά κέντρα λήψης αποφάσεων και να προβάλλει τη βούλησή της να παραμείνει ενεργός παράγοντας σε βασικές ευρωπαϊκές προτεραιότητες. Ενδεικτική είναι, μεταξύ άλλων, η προβλεπόμενη ενίσχυση των αμυντικών δαπανών κατά 11%, σε μια περίοδο κατά την οποία η ευρωπαϊκή ασφάλεια βρίσκεται ψηλά στην πολιτική ατζέντα.
Ωστόσο, η ανάγκη δημοσιονομικής προσαρμογής της Γαλλίας ενδέχεται να επηρεάσει και τις συζητήσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ιδίως ενόψει των διαπραγματεύσεων για το επόμενο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο της ΕΕ (2028-2034). Ειδικότερα, θα μπορούσε να ενισχύσει τα επιχειρήματα κρατών μελών που τάσσονται υπέρ μεγαλύτερης δημοσιονομικής συγκράτησης σε ευρωπαϊκό επίπεδο, σε αντιδιαστολή με τις παραδοσιακά πιο φιλόδοξες γαλλικές θέσεις ως προς
τη χρηματοδότηση κοινών ευρωπαϊκών προτεραιοτήτων. Παράλληλα, σε ευρωπαϊκό επίπεδο παρακολουθούνται οι εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις στη Γαλλία και οι ενδεχόμενες επιπτώσεις τους στη συνέχεια της γαλλικής ευρωπαϊκής πολιτικής. Μια περίοδος αυξημένης πολιτικής αβεβαιότητας θα μπορούσε να περιορίσει, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα, τα περιθώρια πρωτοβουλιών του Παρισιού σε ορισμένα κρίσιμα ανοικτά ζητήματα, μεταξύ των οποίων η χρηματοδότηση της Ουκρανίας και η ενίσχυση της ευρωπαϊκής βιομηχανικής βάσης, όπου η Γαλλία υποστηρίζει σταθερά την ενίσχυση της ευρωπαϊκής προτίμησης («Made in Europe»).

