Φωκίων Καραβίας, διευθύνων σύμβουλος της Eurobank

Σε μία κρίσιμη συγκυρία για την Ευρώπη, όπου παρακολουθούμε βίαιες κοινωνικές αναταραχές στη Γαλλία και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, ενώ παράλληλα, οι  ενεργειακές και πληθωριστικές πιέσεις δοκιμάζουν τα εισοδήματα και την αντοχή των πολιτών, μέσα σε ένα περιβάλλον έντονης γεωπολιτικής αστάθειας, με δύο παράλληλες πολεμικές συγκρούσεις —στην Ουκρανία και στην περιοχή του Κόλπου— ο Φωκίων Καραβίας,  Διευθύνων Σύμβουλος της  Eurobank, στο 9ο Athens Investment Forum (AIF) στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών με τον τίτλο «Reinvesting in Greece: Προοπτικές και Στρατηγικές Επιλογές για την Επόμενη Μέρα», ανέφερε τα εξής:

Επιτρέψτε μου,  να θέσω το εξής ερώτημα.

Είναι αυτές οι κρίσεις η πραγματική αιτία της κοινωνικής έντασης ή λειτουργούν ως καταλύτες ενός βαθύτερου προβλήματος; Μήπως αποκαλύπτουν μια ρωγμή που διευρύνεται εδώ και χρόνια στη σχέση των Ευρωπαίων πολιτών με τους θεσμούς;

Κατά την άποψή μου, το κοινωνικό συμβόλαιο που αποτέλεσε τη βάση της ευρωπαϊκής πορείας μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο έχει πλέον διαρραγεί. Στηρίχθηκε σε μια θεμελιώδη προσδοκία: κάθε γενιά θα χρηματοδοτούσε την προστασία της προηγούμενης, έχοντας την πεποίθηση ότι η επόμενη θα έκανε το ίδιο. Η οικονομική ανάπτυξη, η διεύρυνση της απασχόλησης και η αύξηση των εισοδημάτων επέτρεπαν την άνοδο του βιοτικού επιπέδου, δηλαδή τη βεβαιότητα ότι η κάθε γενιά θα ζει καλύτερα από την προηγούμενη.

Οι δημογραφικές εξελίξεις κλονίζουν αυτή την ισορροπία. Η υπογεννητικότητα περιορίζει τον αριθμό εκείνων που εισέρχονται στην εργασία, ενώ η αύξηση της διάρκειας ζωής επιτείνει τις ανάγκες για συντάξεις, υγεία και μακροχρόνια φροντίδα. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, οι άνθρωποι ηλικίας 65 ετών και άνω αποτελούσαν το 16% του πληθυσμού στην αρχή του αιώνα. Σήμερα, φτάνουν το 22%.

Η μακροζωία συνιστά μεγάλο κοινωνικό επίτευγμα. Αλλά η χρηματοδότησή της απαιτεί προσαρμογές που οι ευρωπαϊκές κοινωνίες δυσκολεύονται να συζητήσουν. Περισσότεροι άνθρωποι χρειάζονται στήριξη για περισσότερα χρόνια, ενώ οι γενιές που καλούνται να την εξασφαλίσουν συρρικνώνονται.

Ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι η διάβρωση της εμπιστοσύνης στην αμοιβαιότητα του συστήματος. Ένας νέος που δυσκολεύεται να βρει προσιτή κατοικία και να δημιουργήσει οικογένεια, πληρώνει υψηλές εισφορές και περιμένει να συνταξιοδοτηθεί αργότερα, μπορεί εύλογα να αναρωτηθεί αν το κοινωνικό συμβόλαιο εξακολουθεί να τον περιλαμβάνει. Αν η απάντησή του είναι αρνητική, η δημοσιονομική πίεση, που για παράδειγμα βιώνει σήμερα η Γαλλία, μετατρέπεται σε κρίση εμπιστοσύνης.

Οι πολιτικές στήριξης της οικογένειας είναι απαραίτητες, αλλά δεν μπορούν να αλλάξουν γρήγορα τη δημογραφική αριθμητική. Στη Eurobank έχουμε λάβει σχετικές πρωτοβουλίες ήδη από το 2021, που περιλαμβάνουν όχι μόνο τους εργαζόμενους στην Τράπεζα, αλλά και τους κατοίκους της εθνικά ευαίσθητης περιοχής των ανατολικών μας συνόρων, από τον Έβρο, τα νησιά του ΒΑ Αιγαίου έως το Καστελόριζο. Όμως, ακόμη και μια άμεση αύξηση των γεννήσεων θα ενίσχυε το εργατικό δυναμικό έπειτα από περίπου δύο δεκαετίες. Η μετανάστευση θα μπορούσε να καλύψει μέρος της δημογραφικής υστέρησης, υπό την προϋπόθεση αποτελεσματικής ένταξης στην εργασία και στην κοινωνία. Δεν αποτελεί ανεξάντλητη ή αυτόματη ή κατ’ ανάγκη επιτυχημένη λύση, όπως διαπιστώνουμε καθημερινά.

Η ισχυρότερη οικονομική απάντηση στηρίζεται σε δύο πυλώνες. Πρώτον, στη δημοσιονομική σύνεση. Πέρα από την άμεση οικονομική της διάσταση έχει και μια υποτιμημένη κοινωνική πτυχή. Σε περίοδο δημογραφικών πιέσεων, το πρόβλημα δεν πρέπει να εντείνεται περαιτέρω μεταφέροντας χρέος στις επόμενες γενιές. Στην Ελλάδα, η ανάγκη διατήρησης βιώσιμων δημόσιων οικονομικών έχει γίνει κοινό κτήμα μετά την κρίση. Ωστόσο, υπόκειται πάντοτε στις πιέσεις του εκλογικού κύκλου και θεωρώ μη παραγωγική τη δημόσια συζήτηση που εξαντλείται στο πώς θα μοιράσουμε την πίτα, θέτοντας σε κίνδυνο ακόμη και τη δημοσιονομική σταθερότητα, ενώ απουσιάζουν οι προτάσεις για το πώς θα αυξηθεί η πίτα, που τουλάχιστον όλοι συμφωνούμε σε αυτό, παραμένει σχετικά μικρή.

Δεύτερον, στην παραγωγικότητα: λιγότεροι εργαζόμενοι να μπορούν να παράγουν περισσότερο πλούτο. Αυτό προϋποθέτει περισσότερες και καλύτερες επενδύσεις σε τεχνολογία, υποδομές, ενέργεια, εκπαίδευση και δεξιότητες. Απαιτεί επιχειρήσεις που μπορούν να αναπτυχθούν, χρηματοδότηση που κατευθύνεται σε παραγωγικές δραστηριότητες και ένα κράτος που διευκολύνει την επένδυση με ταχύτερες διαδικασίες, σταθερούς κανόνες και αποτελεσματική δικαιοσύνη. Η αύξηση του παραγόμενου πλούτου μεταφράζεται σε καλύτερα αμειβόμενη εργασία, ευρύτερη ευημερία και υψηλότερα δημόσια έσοδα, επομένως και μεγαλύτερη δυνατότητα κοινωνικών μεταβιβάσεων.

Οι επενδύσεις αποκτούν έτσι καθοριστική κοινωνική σημασία. Το έχει επισημάνει και η έκθεση Ντράγκι, που δυστυχώς έμεινε στο συρτάρι. Στην Ελλάδα, η πρόοδος που έχει συντελεστεί είναι σημαντική, αλλά όχι αρκετή. Οι επενδύσεις ως ποσοστό του ΑΕΠ θα πλησιάσουν το 18,7%, ενώ ήταν μόνο 11% το 2019. Οι άμεσες ξένες επενδύσεις βρίσκονται σε ιστορικό υψηλό, ξεπερνώντας τα 12,5 δισεκατομμύρια ευρώ το 2025, δηλαδή 5% του ΑΕΠ. Και θα ήταν ιδανικό, σημαντικό ποσοστό τους να κατευθύνεται σε νέες παραγωγικές δραστηριότητες υψηλής παραγωγικότητας και προστιθέμενης αξίας.

Οι επενδύσεις πέρα από τις επιχειρήσεις απαιτούν και ένα υγιές, λειτουργικό, ανταγωνιστικό και κερδοφόρο τραπεζικό σύστημα. Στην Ελλάδα, αυτό δεν θα ήταν εφικτό εάν το τραπεζικό σύστημα της χώρας δεν είχε ξεφύγει από το φαύλο κύκλο της κρίσης. Και αποτελεί για τη Eurobank ξεχωριστή ικανοποίηση το γεγονός ότι πρωτοπόρησε σε όλες τις αποφάσεις και τις πρωτοβουλίες που οδήγησαν τις ελληνικές τράπεζες στην ομαλότητα και το σημερινό κύκλο ανάπτυξης. Η Eurobank και συνολικά το τραπεζικό σύστημα είναι σε θέση να χρηματοδοτήσουν πλήρως τέτοιες επενδύσεις με σωστή αποτίμηση του πιστωτικού κινδύνου. Αυτό άλλωστε γίνεται τα τελευταία χρόνια, καθώς όλες οι επενδύσεις στις Ελλάδα, μεγάλες, μεσαίες ή μικρές χρηματοδοτούνται από το ελληνικό τραπεζικό σύστημα.

Όμως, ακόμη και με υψηλότερη παραγωγικότητα δύσκολες αποφάσεις θα παραμείνουν αναγκαίες. Η Ευρώπη θα αναγκαστεί να αναθεωρήσει ορισμένες υποσχέσεις της: τον χρόνο συνταξιοδότησης, την εξέλιξη των παροχών και τη σχέση δημόσιας και ιδιωτικής χρηματοδότησης. Η πολιτική δυσκολία είναι πως μια κοινωνία που γερνά ενδέχεται να αντιστέκεται στις αλλαγές που χρειάζεται για να παραμείνει βιώσιμη. Τα παραπάνω ισχύουν και για την Ελλάδα, αν και λόγω της δημοσιονομικής κρίσης, περισσότερες δύσκολες αποφάσεις ήδη ελήφθησαν σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Πρόσφατα, η κυβέρνηση έλαβε ένα σωστό μέτρο εξελίσσοντας το θεσμό των ΤΕΑ (Ταμείων Επαγγελματικής Ασφάλισης) και ΟΑΠΕΣ, παρέχοντας ισχυρά φορολογικά κίνητρα, ώστε η σύνταξη να μη βασίζεται μόνο στο δημόσιο πυλώνα αλλά και στον ιδιωτικό. Ο ρόλος των τραπεζών είναι και σε αυτό το θέμα κρίσιμος, ώστε να διαδοθεί ο ρόλος των ΤΕΑ. Στην ίδια λογική, στη σωστή κατεύθυνση κινείται και η απόφαση για τη θεσμοθέτηση κρατικού ατομικού επενδυτικού λογαριασμού για όλα τα παιδιά, του λεγόμενου «Κουμπαρά Νέας Γενιάς».

Η Ευρώπη αντιμετωπίζει μια δύσκολη επιλογή: να ανανεώσει έγκαιρα και συντεταγμένα το κοινωνικό της συμβόλαιο ή να αφήσει τις ανισορροπίες να επιβάλουν αργότερα απότομες αλλαγές. Η Ελλάδα ξεχωρίζει θετικά στην παρούσα κρίση που αντιμετωπίζει η Ευρώπη. Και είναι ευκαιρία να αξιοποιήσουμε τη θετική διαφορά για να ενδυναμώσουμε τον ενάρετο κύκλο, να φέρουμε ακόμη περισσότερες επενδύσεις στην Ελλάδα, να εστιάσουμε εκεί που θα έχουν τη μέγιστη απόδοση, να αποφύγουμε αχρείαστους κλυδωνισμούς. Να επιβεβαιώσουμε ότι η ελληνική οικονομία όχι απλώς κατάφερε να ανακάμψει, αλλά μπορεί να διατηρηθεί σε τροχιά ανάκαμψης, σύγκλισης και διαρκούς βελτίωσης σε βάθος χρόνου.

Προσθήκη του MarketsReport.gr στην Google