Έρευνα του Μαΐου της Bank of America μεταξύ των επαγγελματιών της αγοράς

Αυξημένες θέσεις σε ριψοκίνδυνες αξίες, παρά το γεγονός ότι τα χρηματιστήρια κινούνται κοντά στα ιστορικά υψηλά τους, διατηρούν οι επαγγελματίες των αγορών. Οπως προκύπτει από την τελευταία έρευνα-θεσμό για την παγκόσμια αγορά, του Μαΐου, της Bank of America (BofA), το 50% (έναντι μόλις του 13% τον προηγούμενο μήνα) των 200 fund managers, επικεφαλής επενδύσεων και επικεφαλής στρατηγικής κορυφαίων επενδυτικών οίκων που συμμετείχαν, με συνολικά υπό διαχείριση κεφάλαια 517 δισ. ευρώ, διατηρούν πλέον σε επίπεδα-ρεκόρ «αυξημένες θέσεις» στις χρηματιστηριακές αγορές.

Ηταν η μεγαλύτερη μηνιαία άνοδος σε μετοχές από το 2001, ενώ η κατανομή των μετοχών στα χαρτοφυλάκιά τους βρίσκεται στα υψηλότερα επίπεδα από τον Ιανουάριο του 2022 – ακριβώς πριν αρχίσουν να πέφτουν τα χρηματιστήρια μετά την αύξηση του πληθωρισμού και των τιμών ενέργειας, απόρροια του πολέμου Ουκρανίας – Ρωσίας.

Μειωμένες θέσεις σε μετρητά

Αν τώρα προσθέσουμε και το γεγονός ότι οι διαχειριστές μείωσαν τις θέσεις τους στα μετρητά από το 4,3% στο 3,9% του χαρτοφυλακίου τους, ενώ μόλις 4% προβλέπουν πλέον μια «απότομη προσγείωση» της παγκόσμιας οικονομίας, όπου η ανάπτυξη και η δημιουργία θέσεων εργασίας θα συρρικνώνονται ξαφνικά, σε σύγκριση με το 39% που πιστεύουν πως δεν θα υπάρξει «καμία προσγείωση» των οικονομιών, τότε ορισμένοι αναλυτές εξέφρασαν την άποψη πως η αισιοδοξία της αγοράς έχει εκτιναχθεί και αυτό δεν είναι πάντα καλός οιωνός, δεδομένου μάλιστα πως οι χρηματιστηριακές αγορές σε περιόδους ανοδικών κινήσεων τείνουν «να κρύβουν κάτω από τα χαλί» τα προβλήματα.

Στην ερώτηση πάντως για το ποιος είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τις αγορές πλέον, το 40% (από το 26% τον προηγούμενο μήνα) των διαχειριστών παγκοσμίως φοβάται ένα δεύτερο κύμα πληθωρισμού, ενώ ακολουθούν με 20% (από 44%) οι γεωπολιτικές συγκρούσεις, με τους φόβους για μια απότομη και άτακτη άνοδο των αποδόσεων των ομολόγων να βρίσκεται στην 3η θέση, παρά το παγκόσμιο «ξεπούλημα» μετά και την έναρξη του πολέμου στο Ιράν που έχει οδηγήσει τις αποδόσεις των μακροπρόθεσμων ομολόγων στα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων δεκαετιών. Η απόδοση του 30ετούς αμερικανικού ομολόγου, σημείο αναφοράς για το παγκόσμιο κόστος δανεισμού, βρέθηκε στο υψηλότερο από το 2007, ενώ οι traders άρχισαν να «βλέπουν» αυξήσεις επιτοκίων από τη Fed την ώρα που πριν από τον πόλεμο στο Ιράν προέβλεπαν δύο ή τρεις μειώσεις επιτοκίων φέτος.

Ακόμη και ο Ντόναλντ Τραμπ περιόρισε τις προσδοκίες ότι ο επερχόμενος πρόεδρος της Fed Κέβιν Γουόρς θα προχωρήσει σε επιθετικές μειώσεις επιτοκίων. Η απόδοση του 30ετούς ομολόγου της Βρετανίας πάλι εκτοξεύτηκε στο υψηλότερο επίπεδο από το 1998, καθώς οι πωλήσεις ομολόγων του Ηνωμένου Βασιλείου τροφοδοτήθηκαν όχι μόνο από τους φόβους για τον πληθωρισμό, αλλά και από την αυξανόμενη ανησυχία για τις δημοσιονομικές και πολιτικές προοπτικές της χώρας. Πιέσεις δέχτηκαν και τα μακροπρόθεσμα ομόλογα στην Ιαπωνία, αλλά και την Ευρώπη, με τις αγορές πάντως να προεξοφλούν πλέον δύο τουλάχιστον αυξήσεις επιτοκίων από την ΕΚΤ φέτος, αρχής γενομένης από τον Ιούνιο κατά 0,25%. Το 44% των διαχειριστών (από το 33% τον προηγούμενο μήνα) στην έρευνα της BofA διατηρούν εξάλλου πλέον «μειωμένες θέσεις» (underweight) στις ομολογιακές αγορές, με το 62% να «βλέπει» μάλιστα πως η απόδοση του 30ετούς ομολόγου των ΗΠΑ θα κινηθεί προς το 6%. To 66% των διαχειριστών αναμένει υψηλότερο πληθωρισμό μεσοπρόθεσμα, την ώρα επίσης που το 54% των επαγγελματιών της αγοράς προβλέπουν υψηλότερο κόστος δανεισμού, καθώς οι αποδόσεις των ομολόγων αναμένεται να συνεχίσουν να αυξάνονται.

Πρόβλεψη σταδιακής αποκλιμάκωσης

Το βασικό σενάριο των αγορών εξακολουθεί πάντως να υποδηλώνει μια σταδιακή αποκλιμάκωση του πολέμου στο Ιραν. Το 54% των διαχειριστών π.χ. πιστεύουν πως τα Στενά του Ορμούζ θα ανοίξουν μέχρι τον Ιούνιο, ενώ το 45% αναμένει πως οι τιμές του πετρελαίου Brent θα κυμανθούν στα 80-90 δολ. το βαρέλι ως το τέλος του έτους έναντι του 19% που αναμένει τιμές στα 90-100 δολ./βαρέλι αντίστοιχα. Από την άλλη πλευρά, και οι retail investors (ιδιώτες επενδυτές), όπως λέγεται, χρησιμοποιούν «meme-style» στρατηγικές και γρήγορες επενδυτικές κινήσεις με γνώμονα το «TACO» («Ο Τραμπ πάντα κάνει πίσω την τελευταία στιγμή»), το «FAFO» (αργκό του Διαδικτύου που σημαίνει «παίξε με τη φωτιά και θα δεις τις συνέπειες») ή και «FOMO» («Φόβος ότι θα χαθούν ευκαιρίες») για να τοποθετηθούν στην «εποχή της μεταβλητότητας Τραμπ» που προκαλείται από τις διάφορες δηλώσεις-κινήσεις του προέδρου των ΗΠΑ. Στην ουσία, το μοτίβο παραμένει, δηλαδή ο Τραμπ κάνει αρχικά επιθετικές δηλώσεις (δασμοί, εμπορικοί πόλεμοι, γεωπολιτικές απειλές), οι αγορές πέφτουν, αλλά τελικά υποχωρεί ή μετριάζει τη στάση του, οπότε οι επενδυτές αγοράζουν στη βουτιά περιμένοντας την ανάκαμψη.

Το νέο στοίχημα

Με τις διαπραγματεύσεις μεταξύ της Ουάσιγκτον και της Τεχεράνης να συνεχίζονται, οι αγορές φαίνεται να περιμένουν να δουν τη συμφωνία για τον τερματισμό του πολέμου στο Ιράν.  Τι θα συμβεί, όμως,  εάν ο πόλεμος τελειώσει; Πότε θα επιστρέψουν οι τιμές του πετρελαίου στα επίπεδα όπου βρίσκονταν πριν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ επιτεθούν στο Ιράν; Συνολικά, στη Μέση Ανατολή έχει σταματήσει η παραγωγή 13 εκατ. βαρελιών πετρελαίου την ημέρα και 3 εκατ. βαρελιών διυλισμένων προϊόντων πετρελαίου, κάτι που σημαίνει πως η  αποκατάστασης της παραγωγής αυτής δεν είναι εύκολη. Οι αναλυτές της JP Morgan, οι οποίοι αναμένουν το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ προς τις αρχές Ιουνίου, εκτιμούν ότι η μέση τιμή του πετρελαίου θα είναι 97 δολάρια το βαρέλι για το υπόλοιπο του έτους.  Εξάλλου,  όταν τα Στενά του Ορμούζ ανοίξουν ξανά, θα αρχίσει να εκτυλίσσεται ο εφιάλτης των logistics, ενώ για να επιστρέψουν τα τάνκερς στην πλήρη μεταφορική ικανότητά τους θα χρειαστούν έως και τρεις μήνες.  Τα άδεια πλοία θα αρχίσουν να απομακρύνουν πετρέλαιο από τις δεξαμενές, ενώ  θα χρειαστεί κάποιος χρόνος μέχρι οι εταιρείες να επαναφέρουν την παραγωγή τους. Επιπλέον, θα χρειαστούν εργασίες αποκατάστασης σε διυλιστήρια, εγκαταστάσεις φυσικού αερίου αλλά και πετρελαίου που υπέστησαν ζημιές κατά τη διάρκεια του πολέμου. Κάποιες από  τις ζημιές θα απαιτήσουν χρόνια για να αποκατασταθούν.

Ο προβληματισμός

Για την  Capital Economics ακόμα και αν επιτευχθεί συμφωνία με το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ να αποτελεί μία πραγματικότητα, ένα μεγάλο ράλι ανακούφισης στις αγορές είναι πια απίθανο, καθώς  οι ενεργειακές τιμές δεν πρόκειται να επιστρέψουν άμεσα, οι μειώσεις επιτοκίων έχουν σχεδόν αποκλειστεί για φέτος στις μεγάλες οικονομίες, ενώ ένα ράλι ομολόγων αναμένεται  μόνο στις αγορές όπου οι προσδοκίες των επιτοκίων είναι ακόμα αρκετά υψηλές όπως π.χ. στη Βρετανία.   Επιπρόσθετα, κατά την διάρκεια του πολέμου η  διάθεση για ανάληψη επενδυτικού ρίσκου ήταν πολύ ανθεκτική, κάτι που περιορίζει πλέον τα ανοδικά  περιθώρια  των αγορών.

Προσθήκη του MarketsReport.gr στην Google

Discover more from MarketsReport

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading