Τι εκτιμούν οι οικονομολόγοι Carsten Brzeski της ING και Giada Giani της Citigroup
Οι αυξημένοι κίνδυνοι τόσο στο μέτωπο της ανάπτυξης όσο και του πληθωρισμού στην ευρωζώνη οδήγησαν σε ομόφωνη απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ για αύξηση την Πέμπτη των επιτοκίων κατά 0,25%. Όπως διευκρίνισε η επικεφαλής της ΕΚΤ Κριστίν Λαγκάρντ στη διάρκεια της συνέντευξης Τύπου, η συγκεκριμένη απόφαση εδράζεται και στα τρία σενάρια που έχουν επεξεργαστεί οι οικονομολόγοι της ΕΚΤ (το δυσμενές, το ακραίο και το μετριοπαθές). Συμπληρώνοντας ότι αν η ΕΚΤ δεν προχωρούσε στην αύξηση αυτή σήμερα, σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα τόσο ο πληθωρισμός όσο και η ανάπτυξη θα ξέφευγαν από τους αναθεωρημένους στόχους. Σημειώνεται ότι ο γενικός πληθωρισμός αναμένεται -σύμφωνα με το βασικό σενάριο- να διαμορφωθεί κατά μέσο όρο σε 3,0% το 2026, σε 2,3% το 2027 και 2,0% το 2028. Όσον αφορά τον πληθωρισμό χωρίς την ενέργεια και τα είδη διατροφής, το βασικό σενάριο προβλέπει ότι θα διαμορφωθεί κατά μέσο όρο σε 2,5% το 2026 και το 2027 και σε 2,2% το 2028.
Ο Carsten Brzeski, Global Head of Macro της ING, αφού σημείωσε πως η ΕΚΤ, έγινε η πρώτη μεγάλη κεντρική τράπεζα που αύξησε τα επιτόκια κατά 0,25% στο πλαίσιο της καταπολέμησης των στασιμοπληθωριστικών πιέσεων που προκλήθηκαν από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή, θεωρεί πως είναι πλέον ποιο πιθανή μία δεύτερη αύξηση επιτοκίων είτε τον Ιούλιο είτε τον Σεπτέμβριο. Ωστόσο, όσο η αγορά ομολόγων αναλαμβάνει το έργο της ΕΚΤ στην αυστηροποίηση της νομισματικής πολιτικής, οι κυβερνήσεις αποφεύγουν να τροφοδοτήσουν ένα πληθωριστικό σπιράλ μέσω δημοσιονομικών παροχών, με αποτέλεσμα, με αδύναμα τα μακροοικονομικά, είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς πως η ΕΚΤ θα ήθελε πραγματικά να καταπολεμήσει ένα εξωγενές σοκ προσφοράς με επιθετικές αυξήσεις επιτοκίων με κόστος μία πιθανή ύφεση. Η οικονομολόγος για την Ευρώπη Giada Giani της Citigroup ανέφερε επίσης «πως βλέπει ελάχιστους λόγους για να μην προχωρήσει η ΕΚΤ σε μία δεύτερη αύξηση των επιτοκίων από την ΕΚΤ κατά 25 μονάδες βάσης τον Ιούλιο».
Η Alpha Bank, σε σχόλιό της μετά την απόφαση της ΕΚΤ σημειώνει πως είχε περιορισμένη επίπτωση στην ισοτιμία ευρώ/δολάριο και στις αποδόσεις στη λήξη κρατικών ομολόγων η συνέντευξη τύπου της Προέδρου της ΕΚΤ. Η επόμενη συνεδρίαση της ΕΚΤ είναι στις 23 Ιουλίου. Η διάρκεια και η ένταση της κρίσης στη Μέση Ανατολή παραμένει ο καθοριστικός παράγοντας για το ποιο σενάριο θα επιβεβαιωθεί, καθώς και για το ενδεχόμενο να εμφανιστούν δευτερογενείς επιπτώσεις στον πληθωρισμό. Σε περίπτωση που δεν σημειωθεί αποκλιμάκωση στις τιμές ενέργειας ή παρουσιαστούν δευτερογενείς επιπτώσεις η ΕΚΤ αναμένεται να προχωρήσει σε επιπλέον αύξηση επιτοκίων. Η προθεσμιακή αγορά τιμολογεί με πιθανότητα 63% μια αύξηση επιτοκίων στη σύσκεψη του Ιουλίου, από 41% πριν τη σύσκεψη. Σύμφωνα με το βασικό σενάριο της Alpha Bank, η ΕΚΤ εκτιμάται ότι θα προβεί σε μια ακόμα αύξηση επιτοκίων κατά 0,25% μέσα στο 2026.

Ειδικότερα σε σημείωμά της η Alpha Bank σημειώνει τα εξής:
Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), όπως αναμενόταν, προέβη σε αύξηση επιτοκίων κατά 0,25% για πρώτη φορά από τον Σεπτέμβριο του 2023 και έπειτα από επτά διαδοχικές συνεδριάσεις όπου τα επιτόκια είχαν διατηρηθεί αμετάβλητα. Το επιτόκιο διευκόλυνσης αποδοχής καταθέσεων αυξήθηκε στο 2,25%, το επιτόκιο των πράξεων κύριας αναχρηματοδότησης στο 2,40% και το επιτόκιο οριακής χρηματοδότησης στο 2,65%. Οι πληθωριστικές πιέσεις που συνδέονται με τη σύρραξη στη Μέση Ανατολή καθίστανται πλέον σαφείς, καθώς ο πληθωρισμός έχει αυξηθεί από 1,9% τον Φεβρουάριο προ κρίσης, σε 3,2% τον Μάιο. Ορατοί και οι καθοδικοί κίνδυνοι για την ανάπτυξη, καθώς σύμφωνα με την ενδιάμεση μέτρηση το ΑΕΠ α’ τριμήνου διαμορφώθηκε σε ετήσια βάση (0,30%) σημαντικά χαμηλότερα της αρχικής εκτίμησης (0,80%). Ο δείκτης υπηρεσιών PMI διατηρήθηκε σε περιοχή συρρίκνωσης (47,7) για δεύτερο διαδοχικό μήνα τον Μάιο. Από την άλλη, ανθεκτικότητα παρουσιάζουν οι λιανικές πωλήσεις που σημείωσαν αύξηση (1%) σε ετήσια βάση τον Απρίλιο. Ομοίως, πλησίον του ιστορικού χαμηλού (6,2%), διατηρήθηκε το ποσοστό ανεργίας τον Απρίλιο (6,3%).
Στο συνοδευτικό κείμενο, η ΕΚΤ αναφέρει ότι παραμένει προσηλωμένη στον στόχο της σταθεροποίησης του πληθωρισμού στο 2% μεσοπρόθεσμα, επισημαίνοντας ότι η σημερινή αύξηση των τριών βασικών επιτοκίων κατά 0,25% αποτελεί συνέπεια αυτής της δέσμευσης. Επίσης, τόνισε ότι η απόφαση για αύξηση επιτοκίων είναι κατάλληλη για όλα τα εκπονηθέντα σενάρια της ΕΚΤ σχετικά με την εξέλιξη της κρίσης στη Μέση Ανατολή και τις επιπτώσεις στην προοπτική της οικονομίας της Ευρωζώνης. Αναφέρθηκε ότι διατηρούνται οι ανοδικοί κίνδυνοι για τον πληθωρισμό και οι καθοδικοί για την οικονομία. Οι τελικές επιπτώσεις του πολέμου στην οικονομία θα εξαρτηθούν από την ένταση και τη διάρκεια της ενεργειακής κρίσης, καθώς και από το μέγεθος των έμμεσων και δευτερογενών επιδράσεών του πληθωρισμού. Το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ εκτιμά ότι βρίσκεται σε κατάλληλη θέση για να διαχειριστεί την αβεβαιότητα και θα συνεχίσει να παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις στη Μ. Ανατολή. Οι αποφάσεις για την πορεία των επιτοκίων θα λαμβάνονται από σύσκεψη σε σύσκεψη και θα εξαρτηθούν από την αξιολόγηση της προοπτικής του πληθωρισμού, την πορεία των οικονομικών στοιχείων και την ταχύτητα μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής.
Αναφέρθηκε ότι η οικονομία της Ευρωζώνης υποστηρίζεται από την εγχώρια ζήτηση και τις εξαγωγές. Ωστόσο οι δείκτες εμπιστοσύνης προμηνύουν επιβράδυνση, ιδιαίτερα στον τομέα υπηρεσιών. Η μεταποίηση εμφανίζεται πιο ανθεκτική λόγω της δημιουργίας αποθεμάτων για την αντιμετώπιση των διαταραχών στις εφοδιαστικές αλυσίδες. Η αγορά εργασίας παραμένει ισχυρή, όμως τα μέλη της ΕΚΤ αναμένουν κάποια επιδείνωση. Παρά τις προκλήσεις, η κατανάλωση αναμένεται να παραμείνει ο βασικός μοχλός ανάπτυξης, καθώς οι ισολογισμοί των νοικοκυριών παραμένουν υγιείς. Οι δημόσιες επενδύσεις αναμένεται να ενισχυθούν από τις αυξημένες δαπάνες για άμυνα και υποδομές, λειτουργώντας ως αντιστάθμισμα στις αρνητικές επιπτώσεις του πολέμου. Η ΕΚΤ υπογραμμίζει την ανάγκη ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας και της ανάπτυξης της Ευρωζώνης, διατηρώντας παράλληλα υγιή δημοσιονομικά. Τα δημοσιονομικά μέτρα στήριξης θα πρέπει να είναι προσωρινά, στοχευμένα και προσαρμοσμένα. Ο βασικότερος καθοδικός κίνδυνος για την οικονομική ανάπτυξη και ανοδικός για τον πληθωρισμό είναι η παρατεταμένη διαταραχή στις αγορές ενέργειας. Η παρατεταμένη διατήρηση των τιμών ενέργειας σε υψηλά επίπεδα, αυξάνει τον κίνδυνο ευρύτερων πληθωριστικών πιέσεων μέσω έμμεσων και δευτερογενών επιπτώσεων, ζήτημα που παρακολουθεί στενά η ΕΚΤ. Τέλος, ένα περιβάλλον αυξημένης μεταβλητότητας και αποστροφής κινδύνου στις χρηματοπιστωτικές αγορές θα επιδρούσε αρνητικά τόσο στην ανάπτυξη όσο και τον πληθωρισμό.
Αναφορικά με τα μακροοικονομικά μεγέθη, η ΕΚΤ αναθεώρησε καθοδικά την εκτίμησή της για τον ρυθμό ανάπτυξης του ΑΕΠ για το 2026 και 2027. Συγκεκριμένα, για το 2026 υποχώρησε στο 0,8% από 0,9%, για το 2027 στο 1,2% από 1,3%, ενώ για το 2028 αναθεώρησε υψηλότερα στο 1,5% από 1,4%. Οι προβλέψεις για τον πληθωρισμό αναθεωρήθηκαν υψηλότερα για το 2026 στο 3% από 2,6%, και για το 2027 στο 2,3% από 2%, ενώ για το 2028 χαμηλότερα στο 2% από 2,1%. Αναφορικά με τις επιπτώσεις του πολέμου στη Μ. Ανατολή, δημοσιεύθηκαν ανανεωμένα σενάρια σε σχέση με τον Μάρτιο. Προσέθεσε επίσης ότι έχει δημιουργηθεί και ένα ακόμα σενάριο που περιγράφει πιο ήπιες εξελίξεις, παρόλο που εκτιμάει ότι δεν είναι το επικρατέστερο.
Η Πρόεδρος της ΕΚΤ δήλωσε ότι η απόφαση λήφθηκε ομόφωνα και ότι δεν συζητήθηκε κάποια άλλη εναλλακτική πρόταση.Τόνισε ιδιαίτερα ότι η απόφαση αύξησης επιτοκίων είναι κατάλληλη για όποιο από τα τρία σενάρια επαληθευθεί, και διευκρίνισε ότι δεν πρόκειται για προληπτική ενέργεια. Διευκρίνισε ότι οι επιπτώσεις του πληθωρισμού διαχέονται στην οικονομία μεν, αλλά μέχρι στιγμής δεν διαβλέπει ουσιαστικές ενδείξεις δευτερογενών επιπτώσεων του πληθωρισμού, παρόλο που είναι σε επιφυλακή. Προσέθεσε όμως ότι τα σενάρια για την εξέλιξη του πολέμου, έχουν ενσωματώσει δευτερογενείς επιπτώσεις στον πληθωρισμό. Σε ερώτηση για το αν θα πληγεί η οικονομία της Ευρωζώνης από την αύξηση επιτοκίων, ανέφερε ότι η οικονομία δεν αντιμετωπίζει προς το παρόν σημαντικό κίνδυνο. Ανέφερε ότι οι μακροπρόθεσμες πληθωριστικές προσδοκίες δεν έχουν μεταβληθεί. Τέλος τόνισε ότι η σημερινή απόφαση προσδίδει αξιοπιστία στην ΕΚΤ, ενώ επίσης σε ερώτηση για το αν θα ακολουθήσουν και άλλες αυξήσεις δήλωσε ότι η απόφαση θα λαμβάνεται από σύσκεψη σε σύσκεψη.
.