Ο Marc-Antoine Collard, επικεφαλής οικονομολόγος και διευθυντής μακροοικονομικής έρευνας της Rothschild & Co Asset Management.

Του Marc-Antoine Collard, επικεφαλής οικονομολόγου και διευθυντής μακροοικονομικής έρευνας στην Rothschild & Co Asset Management

Η ταχεία άνοδος των αποδόσεων των μακροπρόθεσμων κρατικών ομολόγων έχει εξελιχθεί σε μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις στις παγκόσμιες χρηματοπιστωτικές αγορές. Θα μπορέσει η παγκόσμια οικονομία να αντέξει, παρά τα υψηλά μακροπρόθεσμα επιτόκια; Παρότι η άνοδος των επιτοκίων συχνά θεωρείται απειλή για την οικονομική ανάπτυξη, η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη. Όταν η άνοδος των αποδόσεων  προκύπτει από άνοδο των ασφαλίστρων κινδύνου, ο αντίκτυπος στην οικονομική δραστηριότητα είναι συνήθως αρνητικός. Αντίθετα, εάν οφείλεται στη βελτίωση των προοπτικών ανάπτυξης των οικονομιών, τότε είναι σαφώς έλλογη και δικαιολογημένη.

Πράγματι, η ισχυρότερη οικονομική ανάπτυξη αυξάνει τη ζήτηση κεφαλαίων, ενισχύει τις αναμενόμενες αποδόσεις των επενδύσεων και συνήθως οδηγεί σε άνοδο του επιπέδου ισορροπίας των επιτοκίων. Σε αυτή την περίπτωση, οι χρηματοπιστωτικές αγορές μπορούν να απορροφήσουν υψηλότερες αποδόσεις, καθώς αυτές συνοδεύονται από καλύτερη ικανότητα εξυπηρέτησης του χρέους. Άλλωστε, η οικονομική ιστορία δείχνει ότι ορισμένες ιδιαίτερα δυναμικές φάσεις επέκτασης συνοδεύτηκαν από αισθητή αύξηση των μακροπρόθεσμων επιτοκίων.

Αρκετά στοιχεία υποδηλώνουν ότι μέρος της πρόσφατης ανόδου των αποδόσεων αντανακλά μια ισχυρή υποκείμενη δυναμική ανάπτυξης. Η παγκόσμια οικονομία έχει επιδείξει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα, παρά τους διαδοχικούς κραδασμούς, από τις εμπορικές εντάσεις έως τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή. Η κατανάλωση των νοικοκυριών έχει επιβραδυνθεί, αλλά εξακολουθεί να κινείται σε θετική τροχιά, παρά τον ασθενή ρυθμό αύξησης της απασχόλησης.

Επιπλέον, η τεχνητή νοημοσύνη έχει γίνει ισχυρός καταλύτης των επενδυτικών δαπανών σε ένα ευρύ φάσμα κλάδων. Οι δείκτες μεταποίησης-PMI του Σεπτεμβρίου έδειξαν βελτίωση της επιχειρηματικής εμπιστοσύνης στον τομέα των υπηρεσιών, γεγονός που υποδηλώνει ότι η οικονομική ανάκαμψη επιταχύνεται και επεκτείνεται πέρα από τον μεταποιητικό κλάδο. Ενώ, όπως ήταν αναμενόμενο, οι τεχνολογικές υπηρεσίες εμφανίζουν τις ισχυρότερες επιδόσεις δραστηριότητας, η καλή πορεία των PMI στους κλάδους που συνδέονται με την κατανάλωση των νοικοκυριών είναι αξιοσημείωτη σε ένα περιβάλλον αυξανόμενου ενεργειακού κόστους.

Η αισιοδοξία που προκαλούν η τεχνητή νοημοσύνη και οι άλλες τεχνολογικές καινοτομίες έχει, άλλωστε, οδηγήσει ορισμένους επενδυτές να αναθεωρήσουν προς τα πάνω τις προβλέψεις τους για τη μελλοντική αύξηση της παραγωγικότητας, ιδίως στις Ηνωμένες Πολιτείες. Αυτό θα είχε φυσικά ως συνέπεια την άνοδο των επιτοκίων ισορροπίας.

Η ευνοϊκή ερμηνεία παραμένει ελλιπής

 Ωστόσο, αυτή η ευνοϊκή ερμηνεία παραμένει ελλιπής και αρκετοί δείκτες παραπέμπουν σε λιγότερο θετικούς παράγοντες. Πρώτος μεταξύ αυτών είναι η επιμονή των πληθωριστικών πιέσεων, ακόμη και πριν από την έναρξη της σύγκρουσης στο Ιράν. Κατά συνέπεια, τα βασικά επιτόκια ενδέχεται να χρειαστεί να παραμείνουν υψηλά για παρατεταμένο διάστημα, ώστε να διασφαλιστεί η αξιοπιστία της κεντρικής τράπεζας. Η άνοδος των αποδόσεων των ομολόγων θα αντανακλούσε, έτσι, την ανάγκη να διατηρηθούν για κάποιο διάστημα περιοριστικές νομισματικές συνθήκες.

Η επιδείνωση των δημόσιων οικονομικών αποτελεί έναν ακόμη βασικό παράγοντα που εξηγεί την άνοδο. Οι λόγοι χρέους έχουν αυξηθεί σημαντικά στις περισσότερες προηγμένες οικονομίες, ενώ τα δημοσιονομικά ελλείμματα παραμένουν εξαιρετικά υψηλά, παρά τη σχετικά ευνοϊκή οικονομική συγκυρία. Οι χρηματοδοτικές ανάγκες των κρατών αναμένεται να παραμείνουν μεγάλες τα επόμενα χρόνια, λόγω των αυξανόμενων αναγκών για αμυντικές δαπάνες, της δημογραφικής γήρανσης και της ενεργειακής μετάβασης.

Σε συνδυασμό με τις ανάγκες για τεράστιες επενδύσεις που συνδέονται με την τεχνολογική επανάσταση η οποία βρίσκεται σε εξέλιξη, αυτή η διαρθρωτική αύξηση της προσφοράς χρέους υποχρεώνει τους επενδυτές να απορροφήσουν μεγαλύτερο κίνδυνο διάρκειας, συμβάλλοντας μηχανικά στην άνοδο των αποδόσεων. Επιπλέον, η πρόθεση των κεντρικών τραπεζών να μειώσουν τους ισολογισμούς τους έχει εξαλείψει μια σημαντική πηγή ζήτησης για κρατικούς τίτλους.

Η συμπεριφορά των πιστωτικών αγορών παρέχει επίσης πολύτιμες πληροφορίες για τη φύση αυτής της ανόδου των αποδόσεων. Αν η άνοδος ερμηνευόταν κυρίως ως αντανάκλαση μιας διαρκούς βελτίωσης των θεμελιωδών οικονομικών μεγεθών, οι πιστωτικές αγορές πιθανότατα θα παρέμεναν σε γενικές γραμμές σταθερές. Ωστόσο, τους τελευταίους μήνες, τα περιθώρια αποδόσεων έχουν παρουσιάσει ενδείξεις διεύρυνσης στα πιο επικίνδυνα τμήματα της αγοράς, ιδίως στα ομόλογα υψηλής απόδοσης, γνωστά ως «high-yield».

Βεβαίως, μια μέτρια διεύρυνση των περιθωρίων δεν είναι ασυνήθιστη σε ένα περιβάλλον νομισματικής σύσφιγξης. Εάν, όμως, επηρέαζε τα ομόλογα επενδυτικής βαθμίδας, γνωστά ως «investment-grade», ή ακόμη και την πρόσβαση στον τραπεζικό δανεισμό, οι επιπτώσεις στην οικονομική δραστηριότητα θα μπορούσαν να αποδειχθούν πολύ σημαντικότερες.

Παρ’ όλα αυτά, η μετακύλιση της ανόδου των επιτοκίων στην οικονομία θα μπορούσε να είναι πιο αργή από ό,τι στους προηγούμενους κύκλους. Κατά την τελευταία δεκαετία, οι κρατικοί φορείς, τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις εξασφάλισαν ιστορικά χαμηλό κόστος δανεισμού, εκδίδοντας τίτλους χρέους μεγαλύτερης διάρκειας ή σταθερού επιτοκίου. Από αυτή την άποψη, η αμερικανική αγορά ακινήτων καταδεικνύει πώς ένα μεγάλο ποσοστό χρέους σταθερού επιτοκίου μπορεί να περιορίσει τη μετακύλιση της ανόδου των επιτοκίων στο σύνολο της οικονομίας.

Κατά συνέπεια, η παγκόσμια οικονομία ενδέχεται να είναι σε θέση να αντέξει υψηλά μακροπρόθεσμα επιτόκια για μεγαλύτερο διάστημα, προτού αρχίσουν να γίνονται αισθητές οι πιο εμφανείς αρνητικές επιπτώσεις στην ανάπτυξη.

Ωστόσο, αυτή η ανθεκτικότητα δεν πρέπει να υπερεκτιμάται. Τις τελευταίες δεκαετίες, τα νοικοκυριά, οι επιχειρήσεις και οι κρατικοί φορείς έχουν συσσωρεύσει πρωτοφανή επίπεδα χρέους, γεγονός που καθιστά την οικονομία διαρθρωτικά πιο ευάλωτη στις μεταβολές των συνθηκών χρηματοδότησης. Καθώς το υφιστάμενο χρέος λήγει και αναχρηματοδοτείται σταδιακά με υψηλότερα επιτόκια, το κόστος δανεισμού αναπόφευκτα θα αυξάνεται σε ολόκληρη την οικονομία.

Συνολικά, η άνοδος των αποδόσεων των μακροπρόθεσμων κρατικών ομολόγων φαίνεται να αντανακλά περισσότερο την αύξηση των ασφαλίστρων κινδύνου παρά μια ουσιαστική αναθεώρηση των προοπτικών ανάπτυξης. Εάν αυτή η τάση συνεχιστεί, η σύσφιγξη των χρηματοπιστωτικών συνθηκών που θα προκύψει θα μπορούσε, με την πάροδο του χρόνου, να επιβαρύνει σημαντικά την παγκόσμια οικονομική δραστηριότητα, ακόμη και αν η διαδικασία προσαρμογής αποδειχθεί πιο αργή από ό,τι στους προηγούμενους κύκλους.

 

Προσθήκη του MarketsReport.gr στην Google

Discover more from MarketsReport

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading