Μόνο τους δείκτες της MSCI χρησιμοποιούν ως benchmar διεθνή κεφάλαια $18,3 τρισ. που φθάνουν τα $28 τρισ. για το σύνολο των τοπ 4 παρόχων
Μετά και την απόφαση της STOXX να αναβαθμίσει την Ελλάδα από την κατηγορία των Αναδυομένων Αγορών στους δείκτες Ανεπτυγμένων Αγορών, στους οποίους βρισκόταν πάντως για 12 χρόνια προτού υποβαθμιστεί τον Νοέμβριο του 2013, άνοιξε ο δρόμος για την πλήρη ένταξη του Euronext Athens στο club των Ανεπτυγμένων Αγορών και από τους τέσσερις βασικούς index providers -παρόχους δεικτών (MSCI, FTSE Russell, S&Ρ Dow Jones Indices και STOXX) που παρακολουθούν επενδυτικά κεφάλαια συνολικής αξίας σχεδόν 28 τρισ. δολαρίων. Μόνο εξάλλου τους δείκτες της MSCI χρησιμοποιούν ως benchmar συνταξιοδοτικά ταμεία, διαχειριστές κεφαλαίων και κορυφαία «επενδυτικά σπίτια» συνολικού ύψους 18,3 τρισ. δολαρίων.
Η απόφαση της STOXX που θα τεθεί σε ισχύ στις 21 Σεπτεμβρίου 2026 αποτελεί για την Axia-Alpha Finance την κορύφωση μιας πολυετούς διαδικασίας βελτίωσης της θέσης της Ελλάδας στις παγκόσμιες χρηματιστηριακές αγορές, καθώς μετά τις επιβεβαιώσεις των δεικτών FTSE Russell και S&P Dow Jones τον Σεπτέμβριο/Οκτώβριο του 2025 για την αναβάθμιση της Ελλάδας με ισχύ από τον Σεπτέμβριο του 2026, ο MSCI ανακοίνωσε στη συνέχεια τον Μάρτιο του 2026 ότι θα αναταξινομήσει επίσης την Ελλάδα στις αναπτυγμένες αγορές, με εφαρμογή τον Μάιο του 2027.
Αν και βραχυπρόθεσμα, αναμένεται κάποια τεχνική μεταβλητότητα γύρω από τις ροές των παθητικών κεφαλαίων κατά τις αναδιαρθρώσεις των θεσμικών χαρτοφυλακίων και μπορεί το ειδικό βάρος της Ελλάδας στους δείκτες αναφοράς των αναπτυγμένων αγορών να είναι σημαντικά χαμηλότερο περιορίζοντας την απόλυτη κλίμακα των παθητικών εισροών, εντούτοις το εύρος της βάσης των επενδυτών που παρακολουθεί τους δείκτες αναπτυγμένων αγορών είναι σημαντικά μεγαλύτερο, γεγονός που θα υποστηρίξει μια πιο διαφοροποιημένη και σταθερή μακροπρόθεσμη ζήτηση, συμπιέζοντας και τα ασφάλιστρα κινδύνου των ελληνικών μετοχών.
Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για τις εταιρείες μεγάλης κεφαλαιοποίησης, οι οποίες θα ενταχθούν και σχετικούς δείκτες, στηρίζοντας τη συνέχιση του re-rating (διεύρυνση των αποτιμήσεων) των ελληνικών μετοχών στα παγκόσμια χαρτοφυλάκια. Από την αναβάθμιση της STOXX, η Eurobank Equities εκτιμά ότι τεχνικά ποιο κερδισμένες θα είναι -εξαιτίας του κλαδικού δείκτη Stoxx Banks- οι ελληνικές τράπεζες.

Με βάση τα δεδομένα λοιπόν η FTSE Russell και η STOXX θα αναβαθμίσούν την Ελλάδα σε Ανεπτυγμένη Αγορά στις 21 Σεπτεμβρίου του 2026 και τον ίδιο μήνα την αναβαθμίζει και η S&P Dow Jones Indices. Η απόφαση της MSCI ωστόσο να μεταβάλει το αρχικό χρονοδιάγραμμα της επικείμενης αναβάθμισης της Ελλάδας, από τον Αύγουστο του 2026 για το τέλος του Μαΐου του 2027, που έλαβε υπόψη τις πληροφορίες και την ανατροφοδότηση (feedback) που έδωσαν οι επενδυτικές εταιρείες-brokers (sell side) και οι θεσμικοί επενδυτές (buy side), που αναζητούσαν ένα μεγαλύτερο διάστημα προσαρμογής, σημαίνει πως για μία περίοδο στην εγχώρια αγορά θα συνυπάρχουν κεφάλαια τόσο αναδυομένων όσο και ανεπτυγμένων αγορών. Έτσι οι σταδιακές αναδιαρθρώσεις χαρτοφυλακίων που σε πολλές περιπτώσεις ανήκουν και στα ίδια «επενδυτικά σπίτια», ίσως περιορίσουν και τις όποιες αναταράξεις, ενώ σε κάθε περίπτωση η αναβάθμιση, όπως αναφέρεται, από αναλυτές, θα ενισχύσει τη ρευστότητα της αγοράς και θα ενδυναμώσει τη διεθνή θέση του ελληνικού Χρηματιστηρίου στον παγκόσμιο επενδυτικό χάρτη
Τα passive funds
Καθαρές εισροές από παθητικά κεφάλαια 957 εκατ. δολ, που αντιστοιχούν σε 3-5 ημέρες συναλλαγών αναμένει για τις ελληνικές μετοχές η JP Morgan από την αναβάθμιση της Ελλάδας από τον οίκο STOXX σε ανεπτυγμένη αγορά, αποτελώντας θετική εξέλιξη, καθώς δημιουργεί πρόσθετη ζήτηση σε μια περίοδο που η αγορά αναζητά νέους καταλύτες, ειδικά μετά τη μεταβλητότητα που προκάλεσε ο πόλεμος στο Ιράν.
Το εύρος των εκτιμώμενων καθαρών εισροών έχει να κάνει με το γεγονός ότι τα παθητικά κεφάλαια αναδυομένων αγορών που ακολουθούν τους δείκτες της STOXX είναι περιορισμένα σε σχέση με αυτά που ακολουθούν τους δείκτες των ανεπτυγμένων αγορών και ιδιαίτερα τον δείκτη Euro Stoxx Banks. Αυτός είναι ο λόγος που αναμένεται πως οι μεγάλες συστημικές τράπεζας θα είναι οι βασικοί ωφελημένοι προσελκύοντας σχεδόν το 88% των εισροών, ενώ η συγκυρία θα μπορούσε να στηρίξει μερικώς και την αύξηση κεφαλαίου της ΔΕΗ ύψους 4 δισ. ευρώ.
Συνολικά με βάση τον δείκτη Stoxx 600 αναμένει καθαρές εισροές 220 εκατ. δολ για την Eurobank, 278 εκατ. δολ για την Εθνική, 206 εκατ. δολ για την Πειραιώς, 136 εκατ. δολ για την Alpha Βank, 21,1 εκατ. δολ. για τον ΟΤΕ, 24,8 εκατ. δολ για την ΔΕΗ, 26,7 εκατ. δολ. για την Metlen, 22,4 για την ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ και 20 εκατ. δολ. για την Jumbo.
Από την άλλη πλευρά, για την JP Morgan, η αναβάθμιση του ελληνικού χρηματιστηρίου από τον μεγαλύτερο πάροχο την MSCI, από τον Μάιο του 2027 όμως, οδηγεί σε καθαρές εκροές 220 εκατ. δολ (381 εκατ. δολ. εκροές και 161 εκατ. δολ. εισροές). Κατά την JP Morgan, το κρίσιμο θέμα είναι ότι η Ελλάδα θα μετακινηθεί από αγορά όπου είχε βάρος άνω του 4% στον MSCI EMEA EM, σε μόλις 38 μονάδες βάσης στον MSCI Europe, κάτι που ενδέχεται να μειώσει την προσοχή των διεθνών επενδυτών.
Βραχυπρόθεσμα, θα μπορούσαμε να περιμένουμε κάποια αστάθεια, λόγω εκροών από εντολές funds των αναδυόμενων αγορών, οι οποίες θα πρέπει σταδιακά να αντισταθμιστούν με εισροές και στρατηγικές των funds των ανεπτυγμένων αγορών δεδομένου και του σχετικά μικρού βάρους της Ελλάδας στους δείκτες.

Το risk Premium
Ενώ πάντως βάσει του καταστατικού τους ορισμένα funds αναδυομένων αγορών θα πρέπει να αποχωρίσουν από την ελληνική αγορά, άλλα έχουν την ευελιξία να διατηρήσουν την έκθεσή τους για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Μεσοπρόθεσμα εκτιμάται πως ο αντίκτυπος της αναβάθμισης είναι θετικός, καθώς διευρύνει την επενδυτική βάση, βελτιώνει τη ρευστότητα και στηρίζει τη σταδιακή συρρίκνωση του ασφάλιστρου κινδύνου (risk Premium), ειδικά των μετοχών της υψηλής κεφαλαιοποίησης, που θα ενταχθούν στους δείκτες, ενώ σε συνδυασμό και με τις αναβαθμίσεις και των άλλων παροχών δεικτών ενισχύεται το επιχείρημα υπέρ ενός σταδιακού re-rating (διεύρυνσης των αποτιμήσεων) των ελληνικών μετοχών.
Η μετάβαση, θα οδηγήσει funds που επενδύουν στις αναδυόμενες αγορές να μειώσουν ή να μηδενίσουν τη θέση τους στην Ελλάδα, ενώ τα funds ανεπτυγμένων αγορών καλούνται να χτίσουν νέες θέσεις στην ελληνική αγορά, η οποία περνά σε μία φάση εκροών/εισροών, με χρονική ασυμμετρία.
Για την JP Morgan από την αναβάθμιση της MSCI, μόλις 4 μετοχές (Eurobank, Εθνική, Πειραιώς και Alpha Bank) θα ενταχθούν στο MSCI Europe, με τη ΔΕΗ να είναι κοντά για να ενταχθεί επίσης, υπολογίζοντας πως οι καθαρές εκροές θα κυμανθούν από τα 390 εκατ. ευρώ ως και τα 604 εκατ. ευρώ. Καθώς το ειδικό βάρος της ελληνικής αγοράς θα περιοριστεί κάτω του 0,30% στον MSCI Europe και στο 0,05% στον MSCI World είναι πιθανό η ελληνική αγορά να παραμείνει από ορισμένους επενδυτές στο περιθώριο των συναλλαγών.
Η Goldman Sachs είχε υπολογίσει επίσης ότι από την αναβάθμιση της Ελλάδας από τον οίκο MSCI θα προκύψουν μετακινήσεις κεφαλαίων από και προς το ΧΑ συνολικής αξίας 7,4 δισ. δολαρίων, από τα funds που παρακολουθούν τους δείκτες. Το τελικό αποτέλεσμα θα είναι ήπιες εκροές της τάξεως των 200 εκατ. δολαρίων, ενώ από την αναβάθμιση από τον οίκο FTSE αναμένεται να σημειωθούν μετακινήσεις ύψους 6,2 δισ. δολαρίων από index – tracking funds, με το τελικό αποτέλεσμα να είναι και σε αυτή την περίπτωση ήπια αρνητικό κατά 120 εκατ. δολάρια.
Με βάση τα σημερινά στοιχεία, το ειδικό βάρος της Ελλάδας στον παγκόσμιο δείκτη FTSE Developed All Cap Index είναι 0,04% και στο ευρωπαϊκό FTSE Developed Europe All Cap Index 0,20%. Γεωγραφικά η Ελλάδα θα ενταχθεί στην περιοχή «Developed Europe», που περιλαμβάνει όλες τις ανεπτυγμένες ευρωπαϊκές αγορές, όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, τη Γερμανία, τη Γαλλία, την Ιταλία, την Ισπανία, την Ολλανδία, την Ελβετία, τη Σουηδία και τη Δανία, και θα αφαιρεθεί από την περιοχή «Emerging Europe», όπου εντάσσονται σήμερα αγορές όπως η Πολωνία, η Ουγγαρία, η Τσεχία και η Ρουμανία.

Το παράδειγμα
Με βάση την πρακτική που χρησιμοποιούν συνήθως οι διαχειριστές παθητικών funds, κάτι λιγότερο από τις μισές κινήσεις τους γίνονται πριν και μετά τις ημερομηνίες αναβάθμισης και περισσότερο από τις μισές την ημέρα της αναβάθμισης. Καθώς η ελληνική αγορά θα έχει πολύ μικρό βάρος στον ευρωπαϊκό δείκτη MSCI Europe (0,37%-0,39%) και σχεδόν αμελητέο (0,06%-0,074%) στον παγκόσμιο δείκτη MSCI World, ορισμένοι αναλυτές φοβούνται μήπως τελικά μακροπρόθεσμα το ελληνικό Χρηματιστήριο βρεθεί στο περιθώριο των συναλλαγών. Η αναβάθμιση του Ισραήλ το 2009 προσφέρει πάντως ένα παράδειγμα, καθώς η αγορά του υποχώρησε γύρω από την αρχική ανακοίνωση της MSCI, αφού οι επενδυτές των αναδυόμενων αγορών, που δεν επιτρεπόταν να κατέχουν μετοχές ανεπτυγμένων αγορών, πούλησαν. Ομως, όταν η τέθηκε σε ισχύ η αναβάθμιση τον Μάιο του 2010, περίπου 2,2 δισ. δολάρια εκροών αντισταθμίστηκαν από περίπου 3 δισ. δολάρια εισροών.
Οι θεσμικοί
Από την άλλη πλευρά, πιο σημαντικό είναι πώς θα κινηθούν μεσοπρόθεσμα τα active funds, τα θεσμικά χαρτοφυλάκια με ενεργητική διαχείριση τα οποία διαθέτουν και πολλαπλάσια κεφάλαια, δεδομένου μάλιστα πως η μετάβαση της ελληνικής αγοράς από μια βάση επενδυτών αναδυόμενων αγορών – όπου τοποθετούνται με κριτήριο τη χώρα – σε μια βάση επενδυτών – όπου κυριαρχεί περισσότερο ο κλαδικός διαχωρισμός – αλλάζει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο θα «διαβάζεται» πλέον η Ελλάδα. Μεσοπρόθεσμα πάντως, η αναβάθμιση του ελληνικού Χρηματιστηρίου αποτελεί σύμφωνα με την Bank of America θετική εξέλιξη, βελτιώνοντας τη ρευστότητα και την ορατότητα των ελληνικών μετοχών.
