Αν και η αυτοδημιούργητη ελεύθερη αγορά χρεογράφων επισημοποιήθηκε επί κυβερνήσεως Αλέξανδρου Κουμουνδούρου στις 30 Σεπτεμβρίου του 1876, εν τούτοις στη Μεταπολίτευση ήταν που για πρώτη φορά το Χρηματιστήριο της Αθήνας γινόταν φορέας μαζικού ενδιαφέροντος, καθώς οι εταιρείες μπορούσαν να αντλούν κεφάλαια από το ευρύτερο επενδυτικό κοινό, ενώ μία νέα γενιά επιχειρηματιών αναδύθηκε στην επιχειρηματική ζωή του τόπου.
Αρχικώς, βέβαια, η δεκαετία του ‘80 σημαδεύτηκε από πετρελαϊκές κρίσεις, σοβαρά πολιτικά γεγονότα, προβλήματα στην οικονομία, ύφεση, υψηλό πληθωρισμό, στασιμοπληθωρισμό, υψηλά επιτόκια, υπερχρέωση επιχειρήσεων, επιβάρυνση ισοζυγίου πληρωμών, χαμηλή ανταγωνιστικότητα, ενώ τον Νοέμβριο του 1987 και το ελληνικό χρηματιστήριο χτυπήθηκε από τη «Μαύρη Δευτέρα», τη χρηματοοικονομική κρίση δεκάδων μεγάλων χρηματιστηρίων, κλείνοντας μάλιστα το διάστημα 19-26 Νοεμβρίου, όταν και κατέρρευσε. Κάποια σημάδια ανάκαμψης φάνηκαν τα τελευταία χρόνια της δεκαετίας του ’80, ενώ από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 ορισμένες θεσμικές παρεμβάσεις, σύμφωνες με τις κοινοτικές οδηγίες, ενίσχυσαν και διεύρυναν τον ρόλο του.
Tο ιστορικό ρεκόρ
Τη χρονική περίοδο 1998-2000, που σηματοδοτήθηκε από τη χρηματιστηριακή έκρηξη και το ιστορικό ρεκόρ του ΧΑ, εισήχθησαν στο χρηματιστήριο 113 εταιρείες (23 το 1998, 37 το 1999 και 53 το 2000), φθάνοντας τις 342. Η τρομακτική ζήτηση για μετοχές από μέρους των μικροεπενδυτών οδήγησε τους αναδόχους στη δημιουργία μιας τεράστιας λίστας προς εισαγωγή εταιρειών, πολλές εκ των οποίων ήταν και αμφιβόλου αξίας, οι οποίες εισέρχονταν στο χρηματιστήριο με πολύ υψηλές αποτιμήσεις ώστε μαζί με τους ιδιοκτήτες (και οι ανάδοχοι) να αποκομίζουν τεράστια κέρδη από προμήθειες, ενώ το ανεπαρκές θεσμικό πλαίσιο επέτρεψε στο τότε οικοσύστημα της εγχώριας κεφαλαιαγοράς να κινείται κατά το δοκούν.
Πάντως, την περίοδο αυτή εισάγονται στο χρηματιστήριο και ορισμένες ισχυρές κρατικές εταιρείες μέσω μετοχοποιήσεων (π.χ. ΟΤΕ, ΟΠΑΠ, ΔΕΗ, ΕΒΖ), μεγάλοι επιχειρηματικοί όμιλοι (π.χ. Βαρδινογιάννη, Κόκκαλη, Μπόμπολα, Κοντομηνά, Κυριακόπουλου, Στασινόπουλου, Λάτση), κατασκευαστικές και άλλες εταιρείες που ήθελαν να επωφεληθούν από τα μεγάλα δημόσια έργα, ενώ μνημειώδεις ήταν οι αντεγκλήσεις «γαλάζιων» και «πράσινων» επιχειρηματιών, καθώς και οι διακυμάνσεις των αντίστοιχων «γαλάζιων» και «πράσινων» χαρτιών στο πλαίσιο της εναλλαγής στην εξουσία του ΠαΣοΚ και της ΝΔ.
Παράλληλα, μία νέα γενιά επιχειρηματιών ξεχώρισε με την είσοδο των εταιρειών τους στο χρηματιστήριο, όπως π.χ. η Goody’s του Χ. Φώλια, η Chipita του Σπ. Θεοδωρόπουλου, η Jumbo του Α. Βακάκη, η Γερμανός του Π. Γερμανού κ.ά., που αποτελούσαν επιλογές του fund επιχειρηματικού κεφαλαίου του Α. Πλακόπιτα της Global Finance, η διορατικότητα του οποίου τον οδήγησε στο να επενδύσει και να αναδείξει τους leaders της επόμενης εικοσαετίας.
Από την ίδρυση του χρηματιστηρίου, παραδοσιακοί όμιλοι, όπως η τσιμεντοβιομηχανία Τιτάν, παρέμειναν στην κορυφή και, όπως ανέφερε ο Ανδρέας Λ. Κανελλόπουλος, «στα πρώτα 100 χρόνια λειτουργίας του Τιτάνα, η χώρα άλλαξε 91 πρωθυπουργούς και η εταιρεία επτά προέδρους».

H άνοδος 313,37%
Μπορεί στο «Λεσχίδιον» της Ερμούπολης στη Σύρο στα μέσα του 1873, τρία χρόνια δηλαδή πριν από την επίσημη ίδρυση του Χρηματιστηρίου της Αθήνας, να έχουμε την «πρώτη ελληνική μετοχή-φούσκα», τη μετοχή του Λαυρίου, και το ελληνικό χρηματιστήριο να γνώρισε περιόδους κερδοσκοπικών εξάρσεων, όπως αυτή που είχε δημιουργηθεί από το καλοκαίρι ως τον Οκτώβριο του 1987, το 1990 κ.ά., ωστόσο τόσο το «Λαυρεωτικό ζήτημα», που είχε εξελιχθεί σε μείζον εθνικό θέμα στις αρχές της δεκαετίας του 1870, όσο και οι άλλες περιπτώσεις ωχριούν μπροστά στο 1999 λόγω της μαζικότητας που έλαβε η συμμετοχή των μικροεπενδυτών.
Από την υποτίμηση της δραχμής και την είσοδό της στον μηχανισμό συναλλαγματικών ισοτιμιών τον Μάρτιο του 1998 και ως το ιστορικό ρεκόρ στις 17.9.1999, ο γενικός δείκτης του ΧΑ (που τέθηκε πρώτη φορά σε εφαρμογή στο τέλος του 1964) σημείωσε άνοδο 313,37% (κλείσιμο στις 6.335,04 μονάδες, με ενδοσυνεδριακό υψηλό στις 6.484,30 μονάδες), ενώ η κεφαλαιοποίηση του χρηματιστηρίου αυξήθηκε αντίστοιχα 606% (από τα 30,14 δισ. ευρώ στα 212,77 δισ. ευρώ).
Η άνοδος σημειώθηκε σε τρεις φάσεις: αρχικά εισήλθαν οι ξένοι θεσμικοί, στη συνέχεια οι εγχώριοι επενδυτές και τελευταίοι οι μικρομεριδιούχοι μετοχικών Α/Κ που τοποθετούνταν στο ΧΑ.
Την ημέρα του ιστορικού ρεκόρ (17.9.1999) στη λίστα με τα blue chips του χρηματιστηρίου βρίσκονταν εταιρείες όπως ο Δημοσιογραφικός Οργανισμός Λαμπράκη (ΔΟΛ) με κεφαλαιοποίηση 2,05 δισ. ευρώ, οι Ευρωσυμμετοχές (πρώην Αθηναϊκές Συμμετοχές) του Πολ Παπαδόπουλου με κεφαλαιοποίηση 2,03 δισ. ευρώ και η Κλωνατέξ του αποκαλούμενου τότε και ως «Sir Thomas», Θ. Λαναρά, με κεφαλαιοποίηση 1,9 δισ. ευρώ, ενώ οι ελληνικές μετοχές χαρακτηρίστηκαν εκείνη την εποχή από τον John Lomax, αναλυτή της ΗSΒC, ως «η μητέρα όλων των φουσκών».
«Ο,τι πετάει ή κολυμπάει»
Εξάλλου, τότε ήταν που στην ερώτηση «τι δουλειά κάνετε;» ακόμη και σε κάποιο απομακρυσμένο χωριό της Ελλάδας μπορούσες να πάρεις την αφοπλιστική απάντηση «επενδυτής». Το καλοκαίρι του 1999, μάλιστα, σχεδόν κάθε ελληνική οικογένεια είχε και κάποιον «επενδυτή» στο ελληνικό χρηματιστήριο, έτοιμο να αγοράσει «ό,τι πετάει ή κολυμπάει», ενώ καθημερινό κοινό θέμα συζήτησης (από τα φτωχά νοικοκυριά ως τα μεγάλα σαλόνια), με αντίστοιχα ρεπορτάζ στην τηλεόραση ή τις εφημερίδες, ήταν το πώς και το γιατί αυτές ή εκείνες οι μετοχές «πάνε για limit up». Το όνειρο του Ελληνα πως σύντομα δεν θα χρειάζεται πλέον να εργάζεται ήταν κοντά…
Εξάλλου, ενώ μία ημέρα μετά την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάννης η τότε διοίκηση του ΧΑ αποφάσισε ότι οι συναλλαγές θα γίνονταν πλέον μόνο τοις μετρητοίς, 76 χρόνια μετά οι Ελληνες αγόραζαν μετοχές με «αέρα», ενώ 1,5 εκατ. μικροεπενδυτές και 1 εκατ. μικρομεριδιούχοι μετοχικών Α/Κ, που επένδυαν επίσης στη Σοφοκλέους, ανακάλυπταν το Ελντοράντο των μετοχών, οργανώνοντας τα… επόμενα επενδυτικά τους βήματα μέσα από τις τότε 1.400 περίπου ΕΛΔΕ της εποχής. Οπως περιγραφόταν τότε (το 1999, και γι’ αυτό έχει την αξία του) από τον οίκο Flemings, «αυτό που συμβαίνει είναι μια κλασική περίπτωση ανοδικής προσαρμογής των αποτιμήσεων που προκλήθηκε από την πτώση των επιτοκίων. Οταν όμως περάσει ο ενθουσιασμός, οι Ελληνες θα αναρωτιούνται τι στην πραγματικότητα αγόρασαν».
Οι αποτιμήσεις
Οι εισηγμένες εταιρείες δημοσιοποιούσαν εξάλλου τότε ισολογισμούς με βάση τα προ φόρων κέρδη τους, την ώρα που σε επίπεδο καθαρής κερδοφορίας η πλειοψηφία είχε ζημιές. Χαρακτηριστικό των αποτιμήσεων της εποχής ήταν πως ορισμένες κατασκευαστικές είχαν ανάλογη χρηματιστηριακή αξία με τον τότε γερμανικό κατασκευαστικό κολοσσό, τη Hochtief, που ήταν ο κύριος ανάδοχος και ηγέτης της κοινοπραξίας που σχεδίασε, κατασκεύασε και χρηματοδότησε το Διεθνές Αεροδρόμιο της Αθήνας «Ελευθέριος Βενιζέλος».
Στα ενδιαφέροντα σημεία της περιόδου, οι εκλογές της 9ης.4.2000, όπου σημειώθηκε η τρίτη συνεχής νίκη του ΠαΣοΚ και η δεύτερη υπό τον Κ. Σημίτη, έπειτα από μια εκλογική αναμέτρηση-«θρίλερ», καθώς στη σημειολογία των ημερών κυριάρχησε η έκφραση «κόμμα του χρηματιστηρίου».
Κοινός τόπος στην αγορά ήταν τότε πως, υπό τον φόβο του πολιτικού κόστους, οι επιλεκτικές αγορές «κρατικών χαρτιών» στο τέλος των χρηματιστηριακών συναλλαγών, μέσω μίας άτυπης «επενδυτικής ομάδας» στελεχών της Αγροτικής Τράπεζας, «κρατούσαν» τεχνητά το χρηματιστήριο πριν από τις εκλογές προβαίνοντας σε αγορές στο τέλος των συναλλαγών, την ώρα που η τότε κατ’ εξοχήν υπεύθυνη πολιτική ηγεσία και το οικονομικό επιτελείο διαβεβαίωναν ότι «η αβεβαιότητα του χρηματιστηρίου έχει ημερομηνία λήξης… την Κυριακή των εκλογών».

Λογιστικές ζημιές
Οι αδέξιες παρεμβάσεις της ΔΕΚΑ (Δημόσια Επιχείρηση Κινητών Αξιών), που στήριξε προεκλογικά τις κρατικές μετοχές, αποτυπώθηκαν μάλιστα στις τεράστιες λογιστικές ζημιές της την εποχή εκείνη, με τις αναφορές της εποχής να κάνουν λόγο πως μεγάλο μέρος των αγορών έλαβε χώρα από τον Δεκέμβριο του 1999 ως τον Απρίλιο του 2000.
Μετά τις εκλογές, βέβαια, το ελληνικό χρηματιστήριο κατέρρευσε, καθώς έσκασε πλήρως και η «φούσκα του ’99». Η πτώση ολοκληρώθηκε στο -77%, στις 31.3.2003, τη στιγμή που οι ελληνικές μετοχές έχασαν 158 δισ. ευρώ, ενώ αντίστοιχες ήταν και οι απώλειες στα μετοχικά αμοιβαία κεφάλαια εσωτερικού που επένδυαν στην ελληνική αγορά, καθώς όπως οι μικροεπενδυτές δεν ήξεραν τι μετοχές αγόραζαν, έτσι και πολλοί μικρομεριδιούχοι δεν είχαν ιδέα για τα μερίδια μετοχικών A/K που είχαν αποκτήσει.
Το καλοκαίρι του 1999 τόσο οι υπάλληλοι των τραπεζικών ιδρυμάτων όσο και οι πωλητές αμοιβαίων κεφαλαίων, για να αποκομίσουν μπόνους και προμήθειες αντίστοιχα, οδήγησαν – χωρίς να ενημερώσουν σωστά τους επενδυτές – μια μεγάλη ομάδα νοικοκυριών στα μετοχικά αμοιβαία κεφάλαια εσωτερικού.
Την περίοδο εκείνη δημιουργήθηκαν και τα περίφημα κλαδικά αμοιβαία (κατασκευών, κλωστοϋφαντουργίας κ.λπ.), που οδήγησαν ακόμη και σε παραιτήσεις στελεχών εταιρειών διαχείρισης, οι οποίες με μια απόφαση «αλλαγής σκοπού» μετέτρεπαν ένα αμοιβαίο που είχε μια συγκεκριμένη φυσιογνωμία σε μια άλλη. Παράγοντες της αγοράς αναφέρουν και περιστατικά που δεν μπορούν να επιβεβαιωθούν (π.χ. αγορές πακέτων με προσωπικές προμήθειες, περιπτώσεις εσωτερικής πληροφόρησης κ.λπ.), όμως χαρακτηρίζουν μια εποχή.
Οι μικροκαταθέτες
Λίγους μήνες, εξάλλου, προτού η Σοφοκλέους σημειώσει το ιστορικό της ρεκόρ, οι έλληνες μικροκαταθέτες τοποθέτησαν 6,3 δισ. ευρώ σε αμοιβαία κεφάλαια που επενδύουν στο XA, με αποτέλεσμα η … αθέατη τραγωδία των μετοχικών αμοιβαίων να σηματοδοτήσει και τη δεύτερη τραγωδία της εγχώριας μετοχικής αγοράς. Είναι χαρακτηριστικό ότι ενώ το 1998 το μερίδιο των μετοχικών A/K εσωτερικού στη συνολική πίτα των αμοιβαίων της χώρας ήταν 5,5%, τον Σεπτέμβριο του 1999 είχε φθάσει στο 44% κυριαρχώντας στην αγορά. Ακόμη όμως και την περίοδο όπου το ελληνικό χρηματιστήριο κατρακύλησε από το ιστορικό υψηλό του στο τελευταίο χαμηλό του (17.9.1999 ως 31.3.2003), στα μετοχικά A/K εσωτερικού σημειώθηκαν εισροές 1,29 δισ. ευρώ, την ίδια ώρα που ο γενικός δείκτης σημείωνε απώλειες 77%.
«Τα πολλά λεφτά χάθηκαν από το 2000 ως το 2004» έλεγαν μάλιστα τότε διαχειριστές εγχώριων θεσμικών χαρτοφυλακίων, ενώ το παράδοξο της αγοράς ήταν πως ενώ τα επόμενα χρόνια το χρηματιστήριο «γύρισε» και σημείωνε κέρδη, η οικονομική δυσπραγία πολλών νοικοκυριών οδήγησε αρκετούς μεριδιούχους σε εξαγορές μεριδίων. Από τα μέσα του 2003, εξάλλου, άρχισε η αναδιάρθρωση των εγχώριων θεσμικών χαρτοφυλακίων, η οποία ολοκληρώθηκε το 2004, καθώς το χαρτοφυλάκιό τους περιορίστηκε από τις 120 μετοχές μικρής κεφαλαιοποίησης που είχαν επενδύσει το 1999 σε 30-40 μετοχές υψηλής κυρίως κεφαλαιοποίησης και ορισμένες μεμονωμένες επιλογές που αποτελούσαν τις ιδέες κάθε διαχειριστή.
Η είσοδος στην ΟΝΕ
H δεκαετία του 2000, πάντως, αρχικά ξεκίνησε με θετικές οικονομικές εξελίξεις και προσδοκίες, που οδήγησαν στην είσοδο της χώρας στην ΟΝΕ το 2002. Την ίδια περίοδο, το 2001, το ελληνικό χρηματιστήριο, που είχε συμπληρωθεί και με την αγορά παραγώγων αλλά και με την είσοδο της ΕΧΑΕ στο χρηματιστήριο, μετά από 125 χρόνια λειτουργίας του, στις 30.5.2001 εισήλθε και στους δείκτες ανεπτυγμένων αγορών. Οι ξένοι επενδυτές κατείχαν τότε μόλις το 13,1% των ελληνικών μετοχών, το οποίο σταδιακά εκτοξεύτηκε στο 52% την περίοδο των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, καθώς η αναγνωσιμότητα της ελληνικής αγοράς και η διείσδυση στα Βαλκάνια και τη ΝΑ Ευρώπη των ελληνικών επιχειρήσεων αποτέλεσαν ένα θετικό «story ανάπτυξης», με τον αριθμό των εισηγμένων να φθάνουν στο ιστορικό υψηλό των 360 εταιρειών.
Σημαντικό ρόλο στις ροές διεθνών κεφαλαίων προς το ελληνικό χρηματιστήριο διαδραμάτισαν οι «300 του Λονδίνου», δηλαδή περίπου 300 ελληνικής καταγωγής μέλη της Ενωσης Ελλήνων Τραπεζιτών Μεγάλης Βρετανίας (Hellenic Bankers Association – UK) που κατείχαν θέσεις-κλειδιά στις μεγαλύτερες επενδυτικές τράπεζες του City. Ο Χρήστος Μεγάλου (CEO σήμερα στην Piraeus), τότε στέλεχος της Credit Suisse, και ο Νότης Μηταράκης (βουλευτής σήμερα με τη ΝΔ), τότε στέλεχος της Fidelity International, αποτελούν τέτοιες περιπτώσεις.

Η αναβάθμιση
Την εποχή μάλιστα που το Χρηματιστήριο της Αθήνας, στις αρχές της δεκαετίας του 2000, εντάχθηκε στις ανεπτυγμένες αγορές (υποβαθμίστηκε μετά από 12 χρόνια, τον Νοέμβριο του 2013, στις αναδυόμενες αγορές, καθώς η χώρα βρισκόταν τότε με το ένα πόδι εκτός ευρώ), απουσία σημαντικών αγορών στη Βαλκανική αλλά και στην ευρύτερη ΝΑ Ευρώπη, υπήρξε ουσιαστικό ενδιαφέρον να ενσωματωθεί σε ένα από τα μεγάλα χρηματιστήρια της ΕΕ που διαμορφώθηκαν τότε και να αναλάβει να διαχειριστεί αναπτυξιακά όλη αυτή την περιοχή, ενώ με τη δημιουργία ενιαίου βιβλίου εντολών (single order book) οι ελληνικές εισηγμένες θα μπορούσαν να αντλούν χρηματοδοτικά κεφάλαια ευκολότερα και ταχύτερα, στηρίζοντας και την ελληνική οικονομία.
Στη διάρκεια της θητείας των τότε δύο προέδρων του χρηματιστηρίου (Παναγιώτη Αλεξάκη και Σπύρου Καπράλου), έγιναν συζητήσεις με κορυφαίες ευρωπαϊκές αγορές, με το Euronext να κάνει τότε μία πολύ καλύτερη σε σχέση με αυτή του 2025 πρόταση εξαγοράς, ενώ και με το γερμανικό Deutsche Borse το deal ήταν μία ανάσα πριν ολοκληρωθεί, όμως «χάλασε» καθώς φέρεται πως από τη μία πλευρά μια ομάδα εργαζομένων δεν ήθελε να απολέσει κεκτημένα, ενώ κυρίως οι έλληνες τραπεζίτες δεν ήθελαν να αποκτήσουν ανταγωνιστές, καθώς ήταν ούτως ή άλλως οι κυρίαρχοι του παιχνιδιού σε όλο το οικοσύστημα της ελληνικής κεφαλαιαγοράς.
Να σημειωθεί επίσης ότι το ΧΑ παρέμεινε ένα χρηματιστήριο μη ολοκληρωμένο, αν ληφθεί υπόψη το γεγονός πως πέρα από την αγορά εταιρικών ομολόγων, που προστέθηκε τα τελευταία χρόνια, ένα μεγάλο μέρος της αγοράς κρατικών τίτλων διαπραγματεύεται στην εκτός κύκλου χονδρική αγορά της ΤτΕ, στην ΗΔΑΤ.
Οι Ολυμπιακοί
Στις 7 Μαρτίου 2004 η Νέα Δημοκρατία υπό τον Κώστα Καραμανλή είχε κερδίσει τις εκλογές με άνετη πλειοψηφία, ενώ η επιτυχία των Ολυμπιακών Αγώνων αλλά και οι εισροές ξένων κεφαλαίων οδήγησαν το ΧΑ από το χαμηλό της 31ης.3.2003 ως το υψηλό στις 31.10.2007, σε άνοδο 263%. Προηγουμένως, εν μέσω παροχών, παρά την τραγική δημοσιονομική εικόνα της χώρας, στις εκλογές στις 16 Σεπτεμβρίου έχουμε τη νίκη της ΝΔ και τη νέα κυβέρνηση Καραμανλή, την ώρα που η παγκόσμια χρηματοοικονομική κρίση/ύφεση ήταν προ των πυλών και η οποία βοήθησε στην κατάρρευση του ελληνικού μοντέλου ανάπτυξης με δανεικά.
Η πορεία της ελληνικής χρεοκοπίας και η κατάρρευση των ελληνικών μετοχών και ομολόγων αποτυπώθηκαν στις αντιδράσεις των διεθνών επενδυτών στο ετήσιο επενδυτικό συνέδριο της ΕΧΑΕ που διεξαγόταν εκείνα τα χρόνια στο κεντρικό κτίριο του Bloomberg στο City του Λονδίνου, στο οποίο οι διοικήσεις των κορυφαίων εισηγμένων εταιρειών και αξιωματούχοι της ελληνικής κυβέρνησης συναντούσαν στελέχη από κορυφαία επενδυτικά «σπίτια» που καθορίζουν τις παγκόσμιες ροές κεφαλαίων.
Μετά την κατάρρευση της Lehman Brothers και την παγκόσμια κρίση, π.χ., σε επίσημο δείπνο στο Aquarium του Λονδίνου και στην αίθουσα με τους καρχαρίες στελέχη του ευρωπαϊκού βραχίονα της Lehman Brothers, που είχε εξαγοραστεί από την ιαπωνική Nomura, εξηγούσαν γιατί το ασφάλιστρο κινδύνου έναντι χρεοκοπίας (CDS) των ευάλωτων με μεγάλα ελλείμματα οικονομιών, όπως η Ελλάδα, θα εκτιναχθεί, καθώς πλέον το να δανείζει κανείς τη χώρα μας με επιτόκια ανάλογα της Γερμανίας, ελέω του ευρώ, ήταν μεγάλο λάθος.
Η ελληνική τραγωδία
Περίπου δύο χρόνια πριν αρχίσει να εξελίσσεται η ελληνική τραγωδία, μάλιστα, σε αντίστοιχο επίσημο δείπνο στο Δημαρχείο του City του Λονδίνου, όπου παρευρίσκονταν στελέχη ελληνικών επιχειρήσεων και διεθνών funds, το θέμα που ανέπτυξε ως επίσημος κεντρικός ομιλητής ο Willem Buiter, επικεφαλής οικονομολόγος της Citigroup (που μαζί με τον οικονομολόγο Ebrahim Rahbari της αμερικανικής τράπεζας επινόησαν αργότερα το όρο «Grexit») αφορούσε το «γιατί η Ελλάδα θα χρεοκοπήσει». Την εποχή εκείνη συγκεντρώθηκαν άτυπα επιχειρηματικά και εφοπλιστικά κεφάλαια άνω των 100 δισ. ευρώ, τα οποία ήταν έτοιμα να αγοράσουν φθηνά περιουσιακά στοιχεία στην Ελλάδα, αν τελικά η χώρα δεν τα κατάφερνε και βρισκόταν εκτός ευρώ.
Με την Ελλάδα ένα βήμα πριν από την επιλεκτική χρεοκοπία, στο κεντρικό κτίριο του Bloomberg στο City του Λονδίνου, 150 διαχειριστές κεφαλαίων που κατείχαν ελληνικά ομόλογα αξίας 245 δισ. ευρώ και πάνω από τις μισές ελληνικές μετοχές περίμεναν να ακούσουν από τους έλληνες αξιωματούχους το πώς θα αντιδράσει η χώρα στην επερχόμενη τραγωδία, αλλά εκείνοι, κατώτεροι των περιστάσεων, εξόργισαν τους πάντες με τις θέσεις που διατύπωσαν, κλείνοντας μάλιστα δύο μόλις ραντεβού, με στελέχη της Allianz και της Pimco, χωρίς να γνωρίζουν πως στην ουσία το ραντεβού ήταν ένα, αφού η δεύτερη είχε εξαγοραστεί από την πρώτη. Στις 4.10.2009 το ΠαΣοΚ υπό τον Γιώργο Παπανδρέου επιστρέφει στην εξουσία.
Οι μετοχές υποχωρούν, καθώς στα χρηματοοικονομικά κέντρα υπάρχει η αίσθηση ότι η Ελλάδα είναι ένα βήμα πριν από τη χρεοκοπία. Στις 23.4.2010 έχουμε το διάγγελμα στο Καστελλόριζο, καθώς αρχίζει η περιπέτεια των μνημονίων, ενώ από το υψηλό του γενικού δείκτη στις 31.10.2007 ως το χαμηλό τον Ιούνιο του 2012 οι μετοχές έχασαν 183 δισ. ευρώ, με την πτώση αυτή κατά 91% να θεωρείται και η μεγαλύτερη κατάρρευση των ελληνικών μετοχών, ξεπερνώντας και εκείνη της «φούσκας» του ’99.

Το «Varoufakis effect»
Στις εκλογές στις 6.5.2012 έχουμε την πανωλεθρία του δικομματισμού. Η χώρα οδηγείται σε νέες εκλογές στις 17 Ιουνίου 2012, με υπηρεσιακό πρωθυπουργό τον Π. Πικραμμένο. ΝΔ, ΠαΣοΚ και ΔΗΜΑΡ συμφώνησαν στον σχηματισμό κυβέρνησης συνεργασίας υπό τον Αντώνη Σαμαρά. Οι μετοχές κερδίζουν 56% σε έξι μήνες, καθώς ο κίνδυνος της εξόδου της χώρας από το ευρώ έδειχνε να απομακρύνεται και μία ομάδα διεθνών επενδυτών, κυρίως από τις ΗΠΑ, τοποθετούνται σε ελληνικές μετοχές.
Η ανάκαμψη δεν είχε διάρκεια. Η πολιτική αστάθεια μετά το δεύτερο εξάμηνο του 2014 και η πτώση της κυβέρνησης Σαμαρά οδήγησαν σε νέες απώλειες την αγορά, οι οποίες συνεχίστηκαν και το 2015, καθώς στις 25 Ιανουαρίου έχουμε την πρώτη κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα με τους ΑΝΕΛ, με τις μετοχές να υποχωρούν και την παλαιότερη (από το 1590) γερμανική τράπεζα, την Berenberg, εξετάζοντας τις επιπτώσεις από το «Varoufakis effect», όπως αποκάλεσε το πρώτο εξάμηνο του 2015, να αποφαίνεται ότι «σπάνια μια νέα κυβέρνηση, όπως η πρώτη του Αλ. Τσίπρα με υπουργό Οικονομικών τον Γιάνη Βαρουφάκη, έχει προκαλέσει τόσο μεγάλη ζημιά σε μία χώρα σε τόσο σύντομο διάστημα».
Η νέα κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ και οι πιο έλλογες προσπάθειες επιστροφής στην κανονικότητα εν μέσω νέου μνημονίου οδήγησαν σε μερική άνοδο και των μετοχών. Στις εκλογές στις 7 Ιουλίου του 2019, που έχουμε την άνετη νίκη της ΝΔ υπό τον Κυριάκο Μητσοτάκη, οι αγορές «παίζουν» το αποκαλούμενο «Mitsotakis trade», ποντάροντας στη νίκη της ΝΔ, η οποία θεωρούνταν ότι θα είναι πιο φιλική προς τις αγορές και την οικονομία, ενώ το ΧΑ σημειώνει τη χρονιά εκείνη την καλύτερη απόδοση παγκοσμίως (+49,5%).
Ο ενάρετος κύκλος
Μετά και τη διπλή νίκη της Νέας Δημοκρατίας στις εκλογές του Μαΐου και του Ιουνίου του 2023, η ελληνική αγορά εισήλθε σε έναν πολυετή ενάρετο κύκλο, στηριζόμενη στις ελκυστικές αποτιμήσεις, στην υπεραπόδοση της οικονομίας σε σχέση με την ευρωζώνη, στην ανάκτηση της «επενδυτικής βαθμίδας» για το ελληνικό αξιόχρεο, στην εκτίναξη των εταιρικών κερδών σε ιστορικά υψηλά και την αύξηση του επενδυτικού ενδιαφέροντος των διεθνών επενδυτών για τα ελληνικά περιουσιακά στοιχεία. Την πενταετία 2021-2025, το Χρηματιστήριο της Αθήνας σημείωσε σωρευτικά κέρδη 162%, ενώ βρισκόταν κάθε χρόνο στο top 5 των αγορών με τις υψηλότερες αποδόσεις. Μεσοπρόθεσμα, δύο παράμετροι καθορίζουν τα δρώμενα στην εγχώρια αγορά: πρώτον, η ενσωμάτωση του ελληνικού χρηματιστηρίου στο οικοσύστημα της Euronext, που μπορεί να μεταβάλει και το ποιοτικό προφίλ της αγοράς, βελτιώνοντας τη ρευστότητα και την πρόσβαση σε διεθνή επενδυτικά κεφάλαια, σε μία στιγμή που, παρά την άνοδο από το 26% το 2016 στο 57% το 2025, ο δείκτης της κεφαλαιοποίησης της αγοράς ως το ΑΕΠ της Ελλάδας παραμένει ακόμη χαμηλότερα των ευρωπαϊκών αγορών, που σε μέσα επίπεδα κινείται στο 85%.
Η ναυτιλία
Σε στρατηγικό επίπεδο, η Euronext επιδιώκει να αναδείξει τον όμιλο ATHEX σε κεντρικό hub για την ευρύτερη περιοχή της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, ενώ ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται στον κλάδο της ναυτιλίας, καθώς θεωρείται ότι μπορεί να γίνει βασικός πυλώνας για το Χρηματιστήριο Αθηνών. Δεύτερον, η πλήρης επανένταξη του ελληνικού χρηματιστηρίου και από τους τέσσερις βασικούς παρόχους δεικτών (MSCI, FTSE Russell, S&P Dow Jones Indices και STOXX) από το καθεστώς της «αναδυόμενης αγοράς» στο καθεστώς των «ανεπτυγμένων αγορών». Η κίνηση αυτή αναμένεται να διευρύνει σημαντικά τη δεξαμενή των διεθνών κεφαλαίων που θα μπορούν πλέον να επενδύσουν στην ελληνική αγορά, έστω και αν βραχυχρόνια προβληματίζουν οι πιθανές αναταράξεις που θα προέλθουν από τις ροές/αναδιαρθρώσεις των funds παθητικής διαχείρισης.
Η «πρώτη ταχύτητα»
Η ένταξη του ελληνικού χρηματιστηρίου στην «πρώτη ταχύτητα» των αγορών σηματοδοτεί πάντως πως διεθνή κεφάλαια, τόσο από τα funds παθητικής αλλά και από funds ενεργητικής διαχείρισης, που θα μπορούσαν δυνητικά να αγοράσουν στην Ελλάδα θα είναι 12πλάσια αυτών που παρακολουθούν τις αναδυόμενες αγορές, έστω και αν βραχυπρόθεσμα, λόγω του μικρού ειδικού βάρους της Ελλάδας στους σχετικούς δείκτες, η εγχώρια αγορά μπορεί να αγνοηθεί από ένα σημαντικό μέρος των κεφαλαίων αυτών. Μεσοπρόθεσμα, το διακύβευμα είναι να έχει η χώρα όσο το δυνατόν περισσότερες εταιρείες που να συμμετέχουν στους δείκτες ανεπτυγμένων αγορών, ώστε η ελληνική αγορά να αποκομίζει το μέγιστο δυνατό βάρος (index weight) από τα πολλαπλάσια κεφάλαια των passive και active investors που παρακολουθούν τις ανεπτυγμένες αγορές. Μεγάλο στοίχημα, η προσέλκυση στο ελληνικό χρηματιστήριο σημαντικών ελληνικών εταιρειών από κορυφαίους κλάδους της ελληνικής οικονομίας, όπως π.χ. ο τουρισμός και η ναυτιλία, αλλά και από άλλους κλάδους που σήμερα παραμένουν εκτός της εγχώριας αγοράς.
Νέα «τζάκια»
Το ελληνικό χρηματιστήριο, πάντως, έχει πλέον αλλάξει δραματικά. Οι μεγάλες κρίσεις αλλά και οι «φούσκες» ανέδειξαν νέα «τζάκια» και οδήγησαν άλλα στον αφανισμό, αν και πάντοτε οι παραδοσιακές οικογένειες παρέμειναν στο προσκήνιο. Οι εισηγμένες εταιρείες έχουν πλέον περιοριστεί σήμερα σε 150, από 360 κατά την κορύφωσή τους το 2004, ενώ από τις 30 εταιρείες (μαζί με 18 τίτλους εθνικών δανείων που είχαν εκδοθεί κατά την περίοδο 1881 ως και 1915 ) που διαπραγματεύονταν κατά την ίδρυσή του στις 30 Σεπτεμβρίου του 1876 σήμερα είναι εισηγμένες μόνο δύο: η Εθνική Τράπεζα και η τσιμεντοβιομηχανία Τιτάν. Επίσης, όπως η προηγούμενη φάση μετασχηματισμού της ελληνικής οικονομίας και του πολιτικού συστήματος τη δεκαετία του ’80 σημαδεύτηκε από μεγάλες κοινωνικές αλλαγές και από την ανάδειξη των νέων «τζακιών» που έμελλε να διαδραματίσουν πρωταγωνιστικό ρόλο στις πολιτικές, οικονομικές και επιχειρηματικές εξελίξεις, κάτι ανάλογο συνέβη μετά την ελληνική χρεοκοπία, καθώς μετέβαλε τις επιχειρηματικές ισορροπίες αποδυναμώνοντας και ορισμένα παραδοσιακά «τζάκια» που ήταν άμεσα συνδεδεμένα με την επιχειρηματική πίτα που μοίραζε το Δημόσιο.
Οι «νικητές»
Οι εταιρείες που επιβίωσαν κερδίζοντας μερίδια αγοράς και ενισχύοντας τον ισολογισμό τους εμφανίζονται και ως οι «νικητές της επόμενης ημέρας».
Για παράδειγμα, η Μυτιληναίος (Metlen Energy & Metals πλέον), π.χ., εισήλθε το 1995 στο ΧΑ με αποτίμηση 8,27 εκατ. ευρώ και σήμερα, με κεφαλαιοποίηση άνω των 5 δισ. ευρώ, η μικρή οικογενειακή εμπορική επιχείρηση μετάλλων έχει εξελιχθεί υπό τον Ευάγγελο Μυτιληναίο σε βιομηχανικό και ενεργειακό όμιλο διεθνούς εμβέλειας. Το τραπεζικό σύστημα επίσης άλλαξε χέρια, αφού χρεοκόπησε δύο φορές και ανακεφαλαιοποιήθηκε τρεις φορές. Κατά τη διάρκεια της ελληνικής κρίσης, εξάλλου, απαιτήθηκαν συνολικά 64 δισ. ευρώ για την κεφαλαιακή του ενίσχυση (εκ των οποίων τα 50,6 δισ. ευρώ για τις 4 συστημικές τράπεζες ), ενώ μόνο την περίοδο 2013-2015 η αξία των αντληθέντων κεφαλαίων μέσω του χρηματιστηρίου για τον τραπεζικό κλάδο, λόγω των αναγκαστικών ανακεφαλαιοποιήσεων εκείνης της περιόδου, ανήλθε στα 46,7 δισ. ευρώ. Κατά έναν ειρωνικό τρόπο, μάλιστα, οι παλαιότερες, πιο «συντηρητικές» ελληνικές κυβερνήσεις ουσιαστικά κρατικοποίησαν τις τράπεζες, ενώ η «αριστερή» κυβέρνηση κατά την τελευταία ανακεφαλαιοποίηση στην ουσία προχώρησε στην ιδιωτικοποίησή τους.
Οι τράπεζες
Είναι χαρακτηριστικό ότι ενώ μετά την πρώτη ανακεφαλαιοποίηση το 2013 το ποσοστό του Δημοσίου μέσω του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ) διαμορφώθηκε στο 84,39% στην Εθνική, 81,01% στην Πειραιώς, 83,66% στην Alpha Bank και 93,55% στη Eurobank, στην τρίτη ανακεφαλαιοποίηση τα ποσοστά αυτά περιορίστηκαν στο 40,4% στην Εθνική, στο 26,4% στην Πειραιώς, στο 11% στην Alpha Bank, με τη συμμετοχή μάλιστα στη Eurobank να έχει σχεδόν μηδενιστεί (2,4%). Το 2012 το PSI έφερε την πρώτη χρεοκοπία.
Οι συνολικές απώλειες των μετοχών τους ανήλθαν σε 39 δισ. ευρώ. Η πρώτη ανακεφαλαιοποίηση, τον Μάρτιο του 2013, οδήγησε στην κρατικοποίησή τους, αφού το κράτος έγινε κάτοχος της συντριπτικής πλειονότητας των μετοχών τους, σε μια αύξηση μετοχικού κεφαλαίου στην οποία συμμετείχε κατά κύριο λόγο το ίδιο. Τον Απρίλιο του 2014 ανακεφαλαιοποιήθηκαν για δεύτερη φορά με αμιγώς ιδιωτικούς πόρους αξίας 8,2 δισ. ευρώ για να στηρίξουν την ανάπτυξή τους.
Με τη δεύτερη φάση της ελληνικής κρίσης, που αρχίζει τον Νοέμβριο του 2015, έχουμε τη δεύτερη χρεοκοπία των τραπεζών. Οι τράπεζες υπέστησαν τριπλό χτύπημα, καθώς μειώθηκε η αξία του δανειακού τους χαρτοφυλακίου, είχαμε ένα νέο κύμα απόσυρσης καταθέσεων παράλληλα με το «κλείσιμο» της διατραπεζικής αγοράς, αλλά και την κατάρρευση των μετοχών τους που μηδενίστηκαν για δεύτερη φορά. Το Ελληνικό Δημόσιο έχασε τα κεφάλαια που τοποθέτησε νωρίτερα (περίπου 39 δισ. ευρώ) ή έστω την αγοραία αξία των περίπου 25 δισ. ευρώ που κατείχε το καλοκαίρι του 2014.
Ακολούθησε η τρίτη ανακεφαλαιοποίηση τον Νοέμβριο του 2015, στην οποία συμμετείχαν τα διεθνή κεφάλαια που μπήκαν στην ανακεφαλαιοποίηση του 2014 με την ελπίδα αυτή τη φορά να καλύψουν τουλάχιστον μέρος της προηγούμενης ζημιάς. Το κράτος, και συγκεκριμένα το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, τοποθέτησε μόνο 5,4 δισ. από τα απαιτούμενα 14,4 δισ. ευρώ (και μάλιστα μόνο στην Εθνική Τράπεζα και στην Τράπεζα Πειραιώς) και έτσι η παρουσία του στη μετοχική σύνθεση των τραπεζών περιορίστηκε δραματικά, αφού οι τράπεζες ιδιωτικοποιήθηκαν ξανά.
Για την ιστορία, μπορεί ο Γιάνης Βαρουφάκης να δήλωνε πως οι πιθανότητες να κοπεί η ρευστότητα στις ελληνικές τράπεζες ήταν «όσες να μην ανατείλει ο ήλιος αύριο το πρωί», την Δευτέρα 29 Ιουνίου του 2015 όμως, αν και ο ήλιος ανέτειλε κανονικά, οι τράπεζες παρέμειναν κλειστές, καθώς για πρώτη φορά μετά τη Μεταπολίτευση επιβλήθηκε ειδική τραπεζική αργία για 20 ημέρες και περιορισμοί στην κίνηση των κεφαλαίων. Η επιβολή των capital controls μετά από εκροές 45 δισ. ευρώ στις καταθέσεις, ενόσω κάποιοι «διαπραγματεύονταν» για το μέλλον της χώρας, ήταν γεγονός. Σήμερα, στις τέσσερεις συστημικές τράπεζες, μετά και την απο-επένδυση του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ), το κράτος διατηρεί πλέον μόνο ένα ποσοστό της τάξης του 8,39% στην Εθνική Τράπεζα.

Η σκοτεινή πλευρά
Από την άλλη πλευρά, έγινε μία ακόμη προσπάθεια θεσμικής θωράκισης της εγχώριας κεφαλαιαγοράς, ειδικά μετά το «σκάνδαλο Folli Follie», που ανέδειξε τη σκοτεινή πλευρά του ελληνικού επιχειρείν, αν και η αγορά παραμένει ακόμη αποσβολωμένη, δεδομένου μάλιστα πως ενώ, π.χ., στην πολύκροτη «υπόθεση Madoff» στις ΗΠΑ από την ανακάλυψη του σκανδάλου ως την οριστική απόφαση για 150 χρόνια φυλάκιση του βασικού κατηγορουμένου μεσολάβησαν 7 μήνες, στην ελληνική περίπτωση απαιτήθηκαν πάνω από έξι χρόνια, με τους επενδυτές να αντιμετωπίζουν ακόμη και σήμερα με δέος τις όποιες αποφάσεις. Εξάλλου, δεν έχουν περάσει και πολλά χρόνια, όπως αναφέρεται στην αγορά, που οι ορκωτοί ελεγκτές μπορούσαν να «πιστοποιούν» ισολογισμούς με μόνο κίνδυνο να χάσουν την άδειά τους, που αυξήσεις κεφαλαίων κατευθύνθηκαν «κάπου αλλού», την ώρα που οι τσέπες αρκετών επιχειρηματιών ήταν «συνδεδεμένες με το ταμείο» των εταιρειών τους, ενώ άλλοι, αφού πρώτα πούλησαν τις μετοχές τους στις καλές χρηματιστηριακές ημέρες, μετά τις επαναγόρασαν με προτάσεις εξαγοράς έναντι χαμηλού τιμήματος σε βάρος των μικρομετόχων κ.ά.
Για πολλά χρόνια το ερώτημα ήταν αν υπήρξε ποτέ η πραγματική (και πολιτική) βούληση για να θωρακιστούν πλήρως οι θεσμοί ή και αν μπορούν οι ελεγκτικοί μηχανισμοί, έχοντας όμως όλα τα απαραίτητα μέσα, να κάνουν απροκάλυπτα τη δουλειά τους.
Τι θα μπορούσε να γίνει…
Σε μία ερώτηση που έκανε πάντως ο γράφων προς τον τότε πρόεδρο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Σταύρο Θωμαδάκη (σε συνέντευξη που δημοσιεύτηκε στο «Βήμα της Κυριακής» εκείνα τα χρόνια) σχετικά με το «αν γυρνούσαμε πίσω στο 1999, τι πιστεύετε ότι θα μπορούσατε να είχατε κάνει και δεν το κάνατε;», απάντησε τα εξής: «Δυσκολεύομαι να σας απαντήσω. Η μεγάλη έκρηξη του 1999, στην ουσία μέσα σε ένα τρίμηνο, ήταν ένα φαινόμενο που στηρίχθηκε στη φοβερή διάχυση ενός κοινωνικού πυρετού, που οικοδομήθηκε στην προσδοκία του εύκολου κέρδους, τον οποίο δεν μπορούσαμε να επηρεάσουμε ούτε με δηλώσεις, γιατί δεν μας άκουγε κανείς. Την ώρα που εξελίσσεται το φαινόμενο δεν μπορείς να κάνεις πολλά πράγματα. Αυτό που μπορείς να κάνεις είναι να αυξήσεις συστηματικά τη διαφάνεια και να προαγάγεις τη χρηματιστηριακή παιδεία. Αυτά ακριβώς κάνουμε από τότε και τώρα και συνέχεια. Αυτό πρέπει να κάνουν και όλοι οι φορείς της αγοράς για να μην επαναληφθεί το φαινόμενο στο μέλλον».
Οι κύκλοι
Η Ιστορία διδάσκει πάντως ότι τα χρηματιστήρια σημειώνουν ανοδικούς και πτωτικούς κύκλους που «αντιγράφουν» και κάποιες από τις ακρότητες του παρελθόντος, ενώ οι μετοχές υπεραποδίδουν καθώς, σύμφωνα με την τελευταία έρευνα (Global Investment Returns Yearbook 2026) της UBS, η μέση ετήσια πραγματική (αποπληθωρισμένη) απόδοση από το 1900 ως το 2025 ανέρχεται στο 6,6 % για τις μετοχές, έναντι 1,6% για τα ομόλογα, 1,3% για τον χρυσό και 0,5% για τα έντοκα, που παίζουν τον ρόλο της ρευστότητας. Ωστόσο, ενώ το ποσοστό των περιπτώσεων υποαποδόσεων των μετοχών είναι πιο σπάνιο σε βάθος χρόνου, το ύψος των ζημιών σε περιόδους πτώσης μπορεί να είναι τεράστιο και να μην μπορεί να αναπληρωθεί… στη σύντομη διάρκεια μιας ζωής.
Π.χ., στην κορυφή της ελληνικής «φούσκας» του 1999 πλειάδα μετοχών διακινούνταν με πολλαπλασιαστές κερδών άνω του 900, πράγμα που σημαίνει ότι τότε κάποιος αγόραζε μετοχές με σκοπό να πάρει πίσω τα κέρδη του σε 900 χρόνια… Κάτι τέτοιες στιγμές είναι που οι οικονομολόγοι θυμούνται την κάπως μακάβρια ρήση του Τζον Μέιναρντ Κέινς: «Μακροπρόθεσμα όλοι είμαστε νεκροί».
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΣYΛΛΟΓΙΚΟ ΕΡΓΟ ΟΙ ΤΟΠΟΙ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ (ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ ΗΜ. ΕΚΔΟΣΗΣ 28/05/2025) ΠΟΥ ΣΥΜΜΕΤΕΙΧΕ Ο ΓΡΑΦΩΝ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ, 05/04/2026