Ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ της Ελλάδας έχει δείξει τάσεις μικρής υποχώρησης σε σχέση με ό,τι αναμενόταν πριν από ένα χρόνο, παραμένοντας όμως ταυτόχρονα υψηλότερα από τον μέσο όρο της ευρωζώνης, παρατηρεί το ΙΟΒΕ, αναμένοντας ανάπτυξη 1,8% εφέτος και 2% το 2027 (από 2,2% το 2025). Συνολικά, η ελληνική οικονομία έχει πληγεί σε ένα βαθμό από τις αναταράξεις στο ευρωπαϊκό και παγκόσμιο περιβάλλον, χωρίς όμως αυτές να την εκτρέψουν, ενώ οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, οι προκλήσεις στην ευρύτερη παγκόσμια οικονομία, οι αποφάσεις οικονομικής πολιτικής κατά την εγχώρια προεκλογική περίοδο, καθώς και οι συνεχιζόμενες παρεμβάσεις για τη βελτίωση της παραγωγικότητας και ανταγωνιστικότητας θα καθορίσουν την πορεία της μεσοπρόθεσμα. Έως τον Φεβρουάριο του 2026, περίπου το ένα πέμπτο του παγκόσμιου θαλάσσιου εμπορίου πετρελαίου (λιπασμάτων), καθώς και σημαντικές ροές λοιπών ενδιάμεσων προϊόντων, διερχόταν από τα Στενά του Ορμούζ. Με εξαίρεση μικρή ανάκαμψη προς το τέλος Ιουνίου, στο διάστημα Μαρτίου-Ιουλίου 2026 , οι διελεύσεις εμπορικών πλοίων από το Στενό παρέμειναν μειωμένες κατά περίπου 90%. Για την Ελλάδα, οι επιπτώσεις ήταν άμεσες. Πριν την κρίση, περίπου το 25% των Ελληνικών εισαγωγών καυσίμων προερχόταν από χώρες του Κόλπου. Το δίμηνο Μαρτίου -Απριλίου 2026 καταγράφηκε μείωση του όγκου ελληνικών εισαγωγών ενεργειακών προϊόντων από τις χώρες του Κόλπου κατά 25,6%, χωρίς ωστόσο να περιοριστούν οι συνολικές εισαγωγές ενεργειακών προϊόντων. Μεταβλήθηκε, έστω και προσωρινά, η διάρθρωση των χωρών προέλευσης των ελληνικών εισαγωγών ενεργειακών προϊόντων, με μείωση του μεριδίου εισαγωγών από το Ιράκ και αύξηση του μεριδίου από Σαουδική Αραβία και ΗΠΑ.
Ο Γενικός Διευθυντής του ΙΟΒΕ, Καθηγητής Νίκος Βέττας, επεσήμανε το ρόλο της παρατεταμένης αβεβαιότητας και την ανάγκη για δύσκολες επιλογές μεσοπρόθεσμα. Μεταξύ άλλων, ανέδειξε τα παρακάτω:
• Η κρίση στη Μέση Ανατολή παραμένει επικίνδυνη και εύθραυστη, με επιπτώσεις στις αγορές ενέργειας και τις αλυσίδες εφοδιασμού.
• Αυξανόμενο μέρος της παγκόσμιας χρηματοδότησης και των επενδύσεων κατευθύνεται γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη, με αβέβαιες επιδράσεις στην υπόλοιπη οικονομία και τις αγορές, συμπεριλαμβάνοντας την ζήτηση σε ενέργεια.
• Η θετική πορεία της ελληνικής οικονομίας μεσοπρόθεσμα δεν είναι διασφαλισμένη, αλλά εξαρτάται από τις επιλογές οικονομικής πολιτικής, ιδίως εν μέσω της προεκλογικής περιόδου.
• Η συνολική ζήτηση στην ελληνική οικονομία έχει τρέξει γρηγορότερα από την προσφορά μετά την κρίση χρέους, ασκώντας πιέσεις στις τιμές με συνέπειες στα πραγματικά εισοδήματα και στο εξωτερικό ισοζύγιο.
• Κομβική για την επίτευξη υψηλών ρυθμών ανάπτυξης παραμένει η ενίσχυση της παραγωγικότητας και ανταγωνιστικότητας, διαμέσου της κατάλληλης επιλογής προτεραιοτήτων οικονομικής πολιτικής.
Κινητήριος μοχλός αναμένεται να παραμείνει η ιδιωτική κατανάλωση – με προβλεπόμενη άνοδο +1,6% το 2026 και +1,9% το 2027 – στηριζόμενη στην ενίσχυση του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος μέσω της ανάκαμψης της απασχόλησης, των αυξήσεων των μισθών, των φορολογικών ελαφρύνσεων και των μέτρων ενεργειακής στήριξης. Η δημόσια κατανάλωση εκτιμάται ότι θα αυξηθεί κατά +2,0% και +1,4% τα δύο έτη αντίστοιχα. Οι επενδύσεις θα διατηρηθούν σε υψηλά επίπεδα, καθώς το ΤΑΑ εισέρχεται στην τελική φάση υλοποίησής του, με πρόσθετη στήριξη από την ισχυρή πιστωτική επέκταση, το ενισχυμένο Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων και τις αυξημένες εισροές άμεσων ξένων επενδύσεων. Οι πάγιες επενδύσεις προβλέπεται να αυξηθούν κατά +7,6% το 2026 και +8,5% το 2027, με τις ιδιωτικές επενδύσεις να διαδέχονται σταδιακά τη δυναμική των δημοσίων καθώς ολοκληρώνεται το ΤΑΑ. Οι κυριότεροι κίνδυνοι για την επενδυτική δυναμική συνίστανταιστον συστηματικά υψηλότερο πληθωρισμό έναντι του μέσου όρου της Ευρωζώνης, ο οποίος
διαβρώνει την ανταγωνιστικότητα, στο ενδεχόμενο επιβράδυνσης του μεταρρυθμιστικού προγράμματος ενόψει της προεκλογικής περιόδου, και σε πιθανές καθυστερήσεις στην απορρόφηση και αξιοποίηση των πόρων του ΤΑΑ. Το εξωτερικό έλλειμμα εκτιμάται ότι θα
διευρυνθεί περαιτέρω τη διετία 2026-2027, κυρίως λόγω της ανόδου των εισαγωγών που τροφοδοτεί η υψηλής εισαγωγικής έντασης επενδυτική δραστηριότητα, σε συνδυασμό με τις επιπτώσεις του πολέμου στο διεθνές εμπόριο: οι εισαγωγές προβλέπεται να αυξηθούν κατά +3,0% το 2026 και +4,2% το 2027, ταχύτερα από τις εξαγωγές, +2,0% και +2,5% αντίστοιχα.