Η λίστα με 11 γεωπολιτικούς κινδύνους που θα πρέπει να παρακολουθούν οι επενδυτές
Σύμφωνα με την Deutsche Bank, τη δεκαετία του 2020 έχουμε βιώσει ήδη μία πανδημία, τον μεγαλύτερο χερσαίο πόλεμο στην Ευρώπη μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τον ταχύτερο κύκλο αύξησης των επιτοκίων στην πρόσφατη Ιστορία, το σοκ των δασμών Τραμπ και το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ μετά τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή, και όλα αυτά μέσα σε περίπου έξι χρόνια. Επομένως, αν ρωτήσει κανείς τους ανθρώπους αν το σημερινό επενδυτικό περιβάλλον είναι περισσότερο ή λιγότερο αβέβαιο σε σχέση με τις προηγούμενες δεκαετίες, η αυθόρμητη απάντηση είναι ότι σήμερα επικρατεί μεγαλύτερη αβεβαιότητα από ποτέ.
«Ασπίδα προστασίας»
Πράγματι, στις γεωπολιτικές αναταράξεις των τελευταίων ετών προστίθεται και μια σειρά άλλων ανησυχιών, όπως η ενεργειακή κρίση, τα υψηλά επίπεδα δημόσιου χρέους, οι υψηλές αποτιμήσεις των μετοχών, η αυξημένη έκθεση στα ιδιωτικά κεφάλαια (private capital), η μεταβλητότητα του τεχνολογικού κλάδου, η άνοδος του λαϊκισμού κ.ά., ωστόσο σε σχετική έρευνα της γερμανικής τράπεζας οι περισσότεροι πιστεύουν πως στο σημερινό επενδυτικό περιβάλλον υπάρχει περισσότερη βεβαιότητα από οποιαδήποτε άλλη μεταπολεμική δεκαετία.
Αυτό οφείλεται στο ότι υπάρχει πλέον μία ισχυρότερη κρατική «ασπίδα προστασίας», ενώ οι Αρχές έχουν την αποδεδειγμένη ικανότητα να παρεμβαίνουν ταχύτερα και σε μεγάλη κλίμακα για να απορροφούν τους κραδασμούς. Επίσης τα σοκ της δεκαετίας του 2020, μέχρι σήμερα, έχουν παραμείνει σε μεγάλο βαθμό μεμονωμένα αντί να αλληλοενισχύονται, όπως συνέβη στις κρίσεις της δεκαετίας του 1970, του 2008 και άλλων περιόδων. Παράλληλα, θετική είναι η τεχνολογική εξέλιξη της δεκαετίας του 2020 (πέρα από την τεχνητή νοημοσύνη) στην καθημερινή εργασία και τη ζωή των ανθρώπων. Οι τρεις αυτοί πυλώνες αποτελούν αναμφίβολα θετική εξέλιξη για την παγκόσμια οικονομία, αν και συνοδεύονται από ένα σημαντικό κόστος, το οποίο αποτυπώνεται κυρίως μέσω της αύξησης του δημόσιου χρέους.
Ο «λογαριασμός»
Τα σοκ του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα ήταν υπαρξιακές κρίσεις που απειλούσαν την ίδια τη λειτουργία του παγκόσμιου συστήματος: η απειλή πυρηνικού πολέμου, η κατάρρευση του διεθνούς νομισματικού συστήματος, τα πετρελαϊκά εμπάργκο και άλλες αντίστοιχες κρίσεις. Σήμερα, οι κρίσεις αυτές έχουν αντικατασταθεί από προκλήσεις οι οποίες, παρότι παραμένουν ιδιαίτερα σημαντικές, μπορούν να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικότερα μέσα στο σημερινό οικονομικό πλαίσιο. Ωστόσο, ο «λογαριασμός» για αυτή τη σημερινή αίσθηση βεβαιότητας θα έρθει κάποια στιγμή.
Και όταν αυτό συμβεί, είναι πιθανό να γίνει σε μια ιδιαίτερα δυσμενή χρονική συγκυρία. Η ανάλυση της τράπεζας για τις μεγατάσεις δείχνει ότι το βασικό χαρακτηριστικό της επόμενης πενταετίας θα είναι μεγαλύτερη μεταβλητότητα σε συνδυασμό με ακόμη συχνότερα σοκ. Ο κίνδυνος είναι ότι, όταν εμφανιστεί ένα νέο σοκ, οι αγορές θα αρχίσουν ταυτόχρονα να αμφισβητούν τη δυνατότητα των κυβερνήσεων να το αντιμετωπίσουν δημοσιονομικά.
Οι επενδυτές έχουν πλέον συνηθίσει στην άμεση και ισχυρή αντίδραση των κυβερνήσεων και των κεντρικών τραπεζών. Ωστόσο, αυτή ακριβώς η πεποίθηση αυξάνει τον κίνδυνο οι επιπτώσεις μιας μελλοντικής κρίσης να είναι ακόμη μεγαλύτερες εάν οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής διαπιστώσουν ότι πλέον δεν μπορούν να αντιμετωπίζουν κάθε πρόβλημα απλώς διοχετεύοντας περισσότερα χρήματα στην οικονομία.

Η Deutsche Bank, που είχε ήδη επισημάνει στην αρχή του έτους πως ένας από τους πιθανούς κινδύνους για το 2026 θα μπορούσε να είναι μια επίθεση των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ εναντίον του Ιράν, παρουσίασε τώρα μία λίστα με 11 γεωπολιτικούς κινδύνους που θα πρέπει να παρακολουθούν επενδυτές και αγορές, στην οποία περιλαμβάνονται πιθανές εξελίξεις από την Κούβα, τη Γάζα, το Ιράν, τον Λίβανο, τις διαμάχες της Ινδίας με την Κίνα και το Πακιστάν και τα Στενά της Ταϊβάν έως τις επόμενες κινήσεις του Πούτιν, τη Βόρεια Κορέα και τις αναταράξεις στην ελευθερία της ναυσιπλοΐας.
Ειδικότερα τα γεωπολιτικά ζητήματα που πρέπει να παρακολουθούν οι επενδυτές για το β’ εξάμηνο του 2026 είναι τα εξής:
Κούβα: Το αμερικανικό εμπάργκο, το οποίο επιδεινώνει περαιτέρω την ήδη υπάρχουσα οικονομική κρίση, θα μπορούσε να οδηγήσει σε εσωτερική κατάρρευση τη χώρα. Δεν μπορεί να αποκλειστεί επίσης και αλλαγή καθεστώτος που θα προέλθει από το εξωτερικό.
Γάζα: Η κατάρρευση της εύθραυστης εκεχειρίας και η επανέναρξη μεγάλης κλίμακας στρατιωτικών επιχειρήσεων παραμένουν υπαρκτός κίνδυνος. Στη Δυτική Όχθη, υπάρχει επίσης σοβαρός κίνδυνος γενικευμένης κλιμάκωσης.
Ιράν: Η κατάρρευση του μνημονίου κατανόησης θα μπορούσε μέσω της επανέναρξης των πολεμικών συγκρούσεων να διαταράξει εκ νέου τις ενεργειακές αγορές μέσω των Στενών του Ορμούζ.
Ισραήλ–Λίβανος: Ενδεχόμενη νέα στρατιωτική κλιμάκωση θα μπορούσε να επηρεάσει τη συμφωνία ΗΠΑ–Ιράν και να αποσταθεροποιήσει ευρύτερα την περιοχή.
Η επόμενη κίνηση του Putin: Η πιθανότητα λανθασμένου υπολογισμού ή ατυχήματος από το Κρεμλίνο, ιδίως εάν η Ουκρανία σημειώσει στρατιωτικές επιτυχίες ή εάν το ΝΑΤΟ παρουσιάσει ρήγματα στη συνοχή του, ενδέχεται να οδηγήσει σε άμεση αντιπαράθεση με τη Ρωσία κάτι που δεν μπορεί να αποκλειστεί.
Ελευθερία της ναυσιπλοΐας: Μια μελλοντική συμφωνία που θα αναγνωρίζει στο Ιράν αυξημένο έλεγχο στα Στενά του Ορμούζ θα μπορούσε να αποδυναμώσει τις διεθνείς αρχές ελεύθερης ναυσιπλοΐας και να δημιουργήσει προηγούμενο και για άλλα στρατηγικά θαλάσσια περάσματα.
Συνοριακή διαμάχη Κίνας–Ινδίας: Η πιθανότητα νέων συγκρούσεων έχει μειωθεί, αλλά η διαφορές παραμένουν άλυτες και εξακολουθούν να επηρεάζουν τις οικονομικές σχέσεις. Ωστόσο, η πιθανότητα γενικευμένης σύγκρουσης παραμένει χαμηλή.
Ινδία–Πακιστάν: Δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι θα επιδιώξουν στρατιωτική σύγκρουση προς το παρόν. Παρόλα αυτά, δεν μπορεί να αποκλειστεί μελλοντική κλιμάκωση εάν κάποια πλευρά νιώσει ότι απειλείται.
Βόρεια Κορέα: Ο κίνδυνος ανανεωμένης κλιμάκωσης στη χερσόνησο θα μπορούσε να αποτραπεί στο β’ εξάμηνο του 2026. Όμως αυτό δεν αποκλείει πιθανές τοπικές εντάσεις κατά μήκος της απόστρατιωτικοποιημένης ζώνης με τη Νότια Κορέα. Οι επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία ή στις αγορές γενικά θα είναι, ωστόσο, περιορισμένες.
Στενά της Ταϊβάν: Ο κίνδυνος σύγκρουσης παραμένει. Η ένταση θα μπορούσε να είναι τοπική, χωρίς όμως να αποκλείεται νέος γύρος περιορισμών στις εξαγωγές τεχνολογίας ή διακοπές στον εφοδιασμό. Οι περιορισμένες εντάσεις μεταξύ Κίνας και Ταϊβάν θα συνεχίσουν πιθανόν, προάγοντας περαιτέρω την επένδυση σε εμπορικούς περιορισμούς.
Νότια Σινική Θάλασσα: Η πρόοδος στην επίλυση των εδαφικών διαφορών είναι απίθανη. Νέα τοπικά επεισόδια ασφαλείας δεν μπορούν να αποκλειστούν, αλλά ο κίνδυνος ευρύτερης κλιμάκωσης παραμένει χαμηλός.