Πού θα πάνε οι αγορές μετοχών στο τέλος του 2026
Μπορεί η άμεση απόρριψη ως «εντελώς απαράδεκτη» του Τραμπ της απάντησης του Ιράν σε μια ειρηνευτική πρόταση των ΗΠΑ να οδήγησε σε άνοδο τις τιμές του πετρελαίου εν μέσω ανησυχιών ότι η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή που εισέρχεται στην 11η εβδομάδα της θα συνεχιστεί, διατηρώντας παράλυτη τη ναυτιλία μέσω του Στενού του Ορμούζ, οι μετοχικές αγορές παγκοσμίως είτε έχουν σημειώσει νέα ιστορικά υψηλά είτε κινούνται κοντά σε αυτά.
Για την Citigroup, oι μετοχές παγκοσμίως επέστρεψαν σε ιστορικά υψηλά, ενισχυμένες από τις προσδοκίες προς μια διατηρήσιμη κατάπαυση πυρός ΗΠΑ–Ιράν και από την ανανεωμένη αισιοδοξία γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη (AI).Ωστόσο, οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι παραμένουν, ενώ όπως εκτιμά οι τιμές του πετρελαίου θα μπορούσαν να εκτιναχθούν έως και στα 150 δολάρια ανά βαρέλι εάν τα Στενά του Ορμούζ παραμείνουν κλειστά μέσα στον Ιούνιο (σενάριο που δεν αποτελεί τη βασική εκτίμηση της Citi η οποία πάντως βλέπει τις τιμές του brent στα 120 δολ το βαρέλι τους επόμενους 0-3 μήνες).

Η αμερικανική τράπεζα διατηρεί σύσταση «αύξησης θέσεων» για τις μετοχές των ΗΠΑ και του Ηνωμένου Βασιλείου, «ουδέτερη θέση» για τις Αναδυόμενες Αγορές και την Ευρώπη (εκτός Βρετανίας) και «μειωμένες θέσεις» για Ιαπωνία και Αυστραλία. Η Citigroup, διατηρεί τιμή στόχο για τον παγκόσμιο δείκτη μετοχών MSCI AC World στις 1380 μονάδες για το τέλος του 2026 (+5% από τα σημερινά επίπεδα), ενώ για τον δείκτη σηματωρό των διεθνών μετοχικών τάσεων S&P 500 των ΗΠΑ, δίνει τιμή στόχο τις 7.700 μονάδες (+5% από τα σημερινά επίπεδα).
Για τον ευρωπαϊκό δείκτη Stoxx 600, «βλέπει» για το τέλος του 2026 τις 640 μονάδες (+3%), για τον βρετανικό δείκτη FTSE 100 τις 10.700 μονάδες (+3%), για τον Ιαπωνικό δείκτη Topix «βλέπει» τις 4.200 μονάδες (+13%), ενώ για τον δείκτη των αναδυομένων αγορών MSCI EM ($) δίνει τιμή στόχο τις 1870 μονάδες (+10%).

Για την Barclays, η παγκόσμια οικονομία έχει κρατήσει μακριά το ενεργειακό σοκ που προκλήθηκε από τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, βασιζόμενη στα αποθέματα πετρελαίου και τα δεξαμενόπλοια που είχαν φύγει από τον Περσικό Κόλπο πριν κλείσουν τα Στενά του Ορμούζ, ενώ οι αγορές εστιάζουν περισσότερο στα ισχυρά εταιρικά κέρδη και την άνθηση της τεχνητής νοημοσύνης. Ωστόσο, τα αποθέματα πλέον εξαντλούνται και σύμφωνα με τους στρατηγικούς αναλυτές της τράπεζας οι οικονομικές επιπτώσεις της σύγκρουσης μπορεί να έχουν καθυστερήσει αλλά δεν έχουν αποτραπεί.
Για το τμήμα διαχείρισης πλούτου της UBS, οι επενδυτές θα πρέπει και να αποφεύγουν το «γεωπολιτικό trading», ενώ συνεχίζουν να θεωρούν ελκυστικές τις αμερικανικές και παγκόσμιες μετοχές, συστήνοντας όμως παράλληλα μείωση των θέσεων σε αγορές που είναι πιο εκτεθειμένες στον τομέα της ενέργειας.
Μια ενδεχόμενη διπλωματική λύση θα επέτρεπε πάντως να επανέλθουν στο επίκεντρο τα θεμελιώδη μεγέθη, η Τεχνητή Νοημοσύνη και οι πιθανότητες περαιτέρω μειώσεων των επιτοκίων από τη Fed. Ωστόσο, οι δευτερογενείς οικονομικές επιπτώσεις είναι μπροστά μας, ενώ δεν είναι σαφές το πόσο γρήγορα και σε ποιον βαθμό θα ομαλοποιηθεί η ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ, την ώρα που πλοιοκτήτες και ασφαλιστές παραμένουν επιφυλακτικοί σχετικά με την ασφάλεια.
Ακόμα κι αν οι προμήθειες αργού πετρελαίου μέσω των Στενών του Ορμούζ αρχίσουν να ανακάμπτουν σύντομα, η Goldman Sachs αναμένει ότι τα αποθέματα αργού πετρελαίου θα μειωθούν στο χαμηλότερο επίπεδο τουλάχιστον από το 2018.
Με βάση τα αποθέματα ενέργειας που διατηρούν οι ευρωπαϊκές χώρες προκύπτει πως σχεδόν οι μισές βρίσκονται κάτω από το κρίσιμο όριο των 23 ημερών που καθορίζει ο ΙΕΑ (Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας), με τις Ιρλανδία, Γαλλία, Γερμανία, Τσεχία, Ισπανία Φινλανδία και Πολωνία να βρίσκονται βαθιά στο κόκκινο. Από την άλλη πλευρά, χώρες όπως το Βέλγιο, η Σουηδία και η Ελλάδα ξεχωρίζουν, με τη χώρα μας να διατηρεί μάλιστα αμετάβλητα τα αποθέματά της. Καθώς περίπου το 25%, των ελληνικών εισαγωγών ενέργειας προέρχεται από χώρες του Κόλπου, η σημασία της σταθερότητας της περιοχής για την εγχώρια αγορά ενέργειας είναι δεδομένη.
Για τη Citigroup, καθώς η διαμόρφωση των τιμών στην Ελλάδα καθοδηγείται από το φυσικό αέριο, οι περιορισμένες εξαγωγές, η περιορισμένη ευελιξία και τα περιορισμένα περιθώρια παραγωγικής ικανότητας υποδηλώνουν ότι οι τιμές χονδρικής ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα είναι πιθανό να παραμείνουν διαρθρωτικά υψηλές και πιο ασταθείς σε σχέση με τη Δυτική Ευρώπη έως το 2030.
Οι γεωπολιτικοί κλυδωνισμοί συχνά θεωρούνται καταλύτες για έντονες επιβραδύνσεις της παγκόσμιας οικονομίας. Ωστόσο, η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι η αύξηση του γεωπολιτικού κινδύνου δεν μεταφράζεται αναπόφευκτα σε οικονομική αστάθεια ή κυκλική ύφεση, εκτιμούσε η Oxford Economics.
Παρότι ο παγκόσμιος δείκτης γεωπολιτικού κινδύνου (GPR) έχει καταγράψει σημαντική άνοδο τα τελευταία χρόνια, δεν έχει εισέλθει σε αχαρτογράφητα επίπεδα. Στην πραγματικότητα, η αύξηση μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία μοιάζει με το άλμα που είχε σημειωθεί μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 στις ΗΠΑ, ενώ σήμερα είναι ακόμη χαμηλότερα. Σύμφωνα πάντως με τα μοντέλα της Oxford Economics, η παγκόσμια οικονομία με βάση τα σημερινά δεδομένα της κρίσης θα κυμανθεί το 2026 κατά 0,8% χαμηλότερα από ό,τι προβλεπόταν τον περασμένο Φεβρουάριο, με τη διαφορά να εξομαλύνεται σταδιακά τα επόμενα τρία χρόνια.
Για την Deutsche Bank, παρά την εύθραυστη εκεχειρία, η πιθανότητα μιας πιο μακροπρόθεσμης λύσης αξιολογείται ως ισχυρή, καθώς οι οικονομικές συνέπειες της κρίσης εντείνονται, γεγονός που πιθανότατα θα ωθήσει και τις ΗΠΑ προς έναν συμβιβασμό. Η σύγκρουση μεταβάλλει πάντως τις γεωπολιτικές ισορροπίες στη Μέση Ανατολή, ενώ η ομαλοποίηση των συνθηκών θα αποτελέσει μακρά διαδικασία που πιθανότατα θα διαρκέσει μήνες. Η αποκατάσταση κρίσιμων υποδομών αλλά και της εμπιστοσύνης στη ναυσιπλοΐα μέσω των Στενών του Ορμούζ θα απαιτήσουν σημαντικό χρόνο, με δευτερογενείς επιπτώσεις όπως ο πληθωρισμός να διαρκούν πιθανότατα έως και το δεύτερο εξάμηνο του 2026.
Αναφορικά με τη συνάντηση των προέδρων Σι και Τραμπ στις 14-15 Μαΐου αναμένει πως θα οδηγήσει σε ένα πακέτο συμφωνιών. Παρά τα πρόσφατα σημάδια τριβής στο Ιράν, και οι δύο πλευρές φαίνεται να δίνουν προτεραιότητα στη σταθερότητα των διμερών σχέσεων.
Γιατί παρά τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή, οι μετοχικές αγορές κινούνται κοντά στα ιστορικά υψηλά τους; αναρωτήθηκε η Rothschild & Co, δίνοντας για μία ακόμη φορά την απάντηση πως οι αγορές, που είναι απρόσωπες, συχνά «κοιτάζουν πέρα από την κοιλάδα», εστιάζοντας όχι στους τρέχοντες κινδύνους αλλά στις μακροπρόθεσμες προοπτικές των οικονομιών και των εταιρειών οι οποίες δεν έχουν πληγεί δραματικά.
Οι μετοχές σημειώνουν ρεκόρ εν μέσω των συνεχιζόμενων αναταραχών στις αλυσίδες εφοδιασμού στη Μέση Ανατολή, απόρροια κυρίως των ισχυρών εταιρικών κερδών και της θετικής εικόνας των τεχνολογικών κολοσσών της ΤΝ, την ώρα που και η οικονομία των ΗΠΑ παραμένει ανθεκτική, αναφέρει η BlackRock. Ως αποτέλεσμα, διατηρεί συνολικά «αυξημένες θέσεις» στις αμερικανικές μετοχές και τις αναδυόμενες μετοχές, ενώ είναι θετική στην ανάληψη μεγαλύτερου επενδυτικού ρίσκου.
Το τέλος του πολέμου θα φέρει πτώση στις τιμές ενέργειας, ράλι στις τιμές των κρατικών ομολόγων και στον χρυσό, ενώ τα χρηματιστήρια, αν και αναμένεται να κινηθούν ανοδικά, εν τούτοις οι τάσεις τους εξαρτώνται περισσότερο από τις εξελίξεις στο μέτωπο της Τεχνητής Νοημοσύνης παρά από τις γεωπολιτικές εξελίξεις, εκτιμά από την πλευρά της η Capital Economics. Ετσι, αν και οι μετοχές αναμένεται να λάβουν μια ώθηση στην περίπτωση ειρήνευσης, αυτή προβλέπεται λιγότερο έντονη, με δεδομένο το σημείο εκκίνησης.
Για την Allianz Global Investors, ο κόσμος κινείται όλο και περισσότερο προς μια «γεωοικονομία», στην οποία τα μέσα οικονομικής πολιτικής χρησιμοποιούνται για την επίτευξη πολιτικών στόχων. Οι εμπορικοί πόλεμοι, οι νέες δομές δασμών και ο αυξανόμενος κατακερματισμός της παγκόσμιας οικονομίας είναι χαρακτηριστικά αυτής της εξέλιξης. Ταυτόχρονα, οι δημόσιες δαπάνες αυξάνονται, για παράδειγμα στον τομέα της άμυνας και των υποδομών, αυξάνοντας το χρέος και δημιουργώντας πονοκέφαλο στις κεντρικές τράπεζες.